Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία – Ήτοι Λόγος Περί Ελευθερίας [πρώτη έκδοση 1806].
[σελ. 110-111]
‘Ω σύ μιαρά Σύνοδος τής Κωνσταντινουπόλεως, είς τί όμοιάζεις, ήθελα νά ήξεύρω άπό έσέ τώρα όπού σέ έρωτώ, είς τί, λέγω, όμοιάζεις τούς ίερούς καί θείους άποστόλους τού λόγου τής σοφίας τού ‘Ιησού Χριστού; ‘Ισως είς τήν ένδειαν καί άφιλοκέρδειαν, όπού έκείνοι έκήρυττον; ‘Αλλ’ έσύ είσαι γεμάτη άπό χρήματα, όπού καθημερινώς κλέπτεις άπό τούς ταλαιπώρους χριστιανούς. ‘Ισως είς τήν έγκράτειαν καί χαλιναγωγίαν τών παθών; ‘Αλλ’ είς ποίον μεγάλον ξεφάντωμα δέν εύρίσκεται μέρος άπό τούς συγκλήτους σου, καί ποίος άπό αύτούς δέν λατρεύει δύο καί τρείς άρχοντίσσας μέ άκραν άναισχυντίαν καί σχεδόν φανερά[1];
Μήπως τούς όμοιάζεις κάν είς τήν εύλάβειάν των πρός τήν θρησκείαν; ‘Αλλά ποίος δέν γνωρίζει τήν άκραν άνευλάβειάν σου καί ποίος δέν ήξεύρει πόσον γελοιωδώς καί χλευαστικώς έκτελείς τάς ίερουργίας[2]; Είς τί λοιπόν τούς όμοιάζεις; Είς τήν φιλανθρωπότητα; ‘Εσύ, τούς πτωχούς δέν καταδέχεσαι ούτε κάν νά τούς ίδής, ούχί δέ νά τούς βοηθήσης. ‘Η λύσσα σου διά τά χρήματα είναι άπερίγραπτος[3]. Τούς όμοιάζεις ίσως είς τήν φιλαδελφότητα, είς τήν όμόνοιαν, είς τήν έπάλληλον άγάπην; ‘Αλλά ποίος δέν γνωρίζει πόσον προσπαθεί ό ένας νά βλάψη τόν άλλον[4]. Είς τί λοιπόν τούς όμοιάζεις; Βέβαια είς ούδέν. ‘Ω τής δυστυχίας σας, άνθρωποι βάρβαροι καί μωροί. ‘Επρεπε νά ξαναγυρίση ό Χριστός, γιά νά σάς φωτίση, έπειδή έσείς ούτε κάν στοχάζεσθε νά άνοίξητε ποτέ έν βιβλίον, διά νά λαμπρύνητε τόν έσκοτισμένον σας νούν.
[σελ. 122]
Αύτό είναι τό σύστημα τής έκκλησιαστικής άρχής, ό τρόπος δέ τής διοικήσεως είναι ό άκόλουθος: ‘Η Σύνοδος άγοράζει τόν πατριαρχικόν θρόνον άπό τόν όθωμανικόν άντιβασιλέα διά μίαν μεγάλην ποσότητα χρημάτων, έπειτα τόν πωλεί ούτινος τής δώση περισσότερον κέρδος, καί τόν άγοραστήν τόν όνομάζει πατριάρχην. Αύτός, λοιπόν, διά νά ξαναλάβη τά όσα έδανείσθη διά τήν άγοράν τού θρόνου, πωλεί τάς έπαρχίας, ήτοι τάς άρχιεπισκοπάς, ούτινος δώση περισσοτέραν ποσότητα, καί ούτως σχηματίζει τούς άρχιεπισκόπους, οί όποίοι πωλώσι καί αύτοί είς άλλους τάς έπισκοπάς των. Οί δέ έπίσκοποι τάς πωλώσι τών χριστιανών, δηλαδή γυμνώνουσι τόν λαόν, διά νά έβγάλωσι τά όσα έξώδευσαν. Καί ούτος έστίν ό τρόπος, μέ τόν όποίον έκλέγονται τών διαφόρων ταγμάτων τά ύποκείμενα, δηλαδή ό χρυσός.
[σελ. 126-128]
‘Ο χορός τών έπισκόπων έξακολουθεί μετά τούς άρχιεπισκόπους. Αύτοί, πάλιν, είναι άλλοι λύκοι, ίσως χειρότεροι άπό τούς πρώτους, έπειδή κυριεύουσι τούς χωρικούς καί ίδιώτας. ‘Ανεκδιήγητα είναι τά άνομήματά των καί ή σκληρότης των διαπερνά κατά πολλά έκείνην τής ίδίας παρδάλεως. Αύτοί πέμπουσι τόσους ληστάς, διά νά είπώ έτζι, είς τά χωρία τής έπισκοπής των, καί τούς δίδοσι τόν τίτλον ή τού πρωτοσυγκέλλου ή τού άρχιμανδρίτου ή άλλου τινός τάγματος, οί όποίοι άλλο δέν ήξεύρουσι, παρά νά γράφουν όνόματα[5] τών χριστιανών μέ όλην τήν άνορθογραφίαν, καί νά προφέρωσι τό «νά είσαι κατηραμένος», «νά έχης τήν εύχήν» καί «δός μοι». Αύτοί, λοιπόν, περιφέρονται είς όλα τά χωρία τής έπισκοπής καί μέ άκραν άσπλαγχνίαν έκδύουσι τούς πολλά άθώους χωριάτας, καί μάλιστα τάς γυναίκας. ‘Οταν δέν τούς εύρίσκουσι χρήματα, τότε τίνος άρπάζουσι έν φόρεμα, τίνος έν έργαλείον τής γεωργικής, τίνος έν στολίδι τής γυναικός του, καί φθάνουσι νά τούς παίρνουσιν έως καί τά δοχεία τών φαγητών. ‘Από άλλους πάλιν λαμβάνουσι τόσα κιλά σιτάρι ή τόσον κρασί. ‘Εν ένί λόγω, τούς γυμνώνουσι, καί έπειτα τούς εύλογούσι καί φεύγουσι. Πολλάκις δέ περιέρχεται ό ίδιος έπίσκοπος είς τά χωρία, καί τότε πλέον άκολουθούν τά χειρότερα. Αύτός ό άναίσχυντος καί βάρβαρος καί άμαθέστατος άνθρωπος, άφού τρώγει δι’ όσας ήμέρας μένει είς τό χωρίον άπό τήν πτωχήν κοινότητα, άφού άρπάζει όσα περισσότερα δυνηθή, τότε άφορίζει ένα δύο, καί άλλους τόσους κάμνει παπάδες, καί έπειτα φεύγει.
‘Ο τρόπος δέ, μέ τόν όποίον κρίνει άξιον, ένα χωριάτην, τής ίερωσύνης, είναι ό άκόλουθος. Πρώτον τού ζητεί έκατόν, ή περισσότερα, ή όλιγότερα γρόσια, καί τά λαμβάνει, έπειτα τόν ρωτά, άν ήξεύρη γράμματα, ήτοι νά γράψη καί νά άναγνώση, ύστερον τού φέρει τό Ψαλτήριον, καί αύτός άναγινώσκει έν κατεβατόν, καί εύθύς τόν κάμνει ίερέα. ‘Η άμάθεια αύτών τών ίερέων είναι άκρα, καί άπό αύτούς οί περισσότεροι κατά συμβεβηκός άποκαθίστανται άρχιμανδρίται, έπειτα δέ κερδίζοντας, άγοράζουν έπισκοπάς, καί έξακολούθως γίνονται άρχιεπίσκοποι καί όχι όλίγας φοράς πατριάρχαι. ‘Οθεν, όλοι σχεδόν οί άρχηγοί τής έκκλησίας κατάγονται άπό τήν ίδίαν ποταπότητα, καί οί περισσότεροι είναι άμαθέστατοι.
[σελ. 131]
‘Εκατόν χιλιάδες, καί ίσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι[6] ζώσιν άργοί καί τρέφονται άπό τούς ίδρωτας τών ταλαιπώρων καί πτωχών ‘Ελλήνων. Τόσαι έκατοντάδες μοναστήρια, όπού πανταχόθεν εύρίσκονται, είναι τόσαι πληγαί είς τήν πατρίδα, έπειδή, χωρίς νά τήν ώφελήσουν είς τό παραμικρόν, τρώγοσι τούς καρπούς της καί φυλάττουσι τούς λύκους, διά νά άρπάζουν καί ξεσχίζουν τά άθώα καί ίλαρά πρόβατα τής ποίμνης τού Χριστού[7]. ‘Ιδού, ώ ‘Ελληνες, άγαπητοί μου άδελφοί, ή σημερινή άθλία καί φοβερά κατάστασις τού έλληνικού ίερατείου, καί ή πρώτη αίτία όπού άργοπορεί τήν έλευθέρωσιν τής ‘Ελλάδος.
__________
[Οι αριθμοί των σελίδων παραπέμπουν στην έκδοση των εκδόσεων Κάλβος, Αθήνα 1980. Η αρίθμηση των σημειώσεων είναι αυθαίρετη - στο πρωτότυπο υπάρχουν με αστερίσκο στο τέλος κάθε σελίδας. Το "μεικτό πολυ-μονοτονικό" σύστημα οφείλεται στο ότι εντόπισα τα διάφορα αποσπάσματα στο διαδίκτυο για να μην τα δακτυλογραφώ ξανά. Ελπίζω να μην είναι κουραστικό. Οι υπογραμμίσεις δικές μου.]
__________
Σημειώσεις
[1] ‘Ο νύν άρχιερεύς τών ‘Ιωαννίνων είναι μοιχός καί άρσενοκοίτης, χωρίς τήν παραμικράν συστολήν.
[2]. ‘Εγώ είδα πολλάκις ένα άρχιεπίσκοπον είς τήν μέσην τής λειτουργίας, νά ύβρίζη, νά άναθεματίζη, καί νά δέρνη όχι όλίγας φοράς τούς παπάδες, καί ώς έπί τό πλείστον τούς διακόνους.
[3] ‘Εγώ έγνώρισα ένα καλόγηρον τόσον φιλάργυρον, όπού μέ τό νά τού έκλέφθησαν μερικά χρήματα, ύστερα άπό ένα μήνα άπέθανεν άπό τήν θλίψιν του.
[4] ‘Ο θάνατος κανενός άρχιεπισκόπου άποδεικνύει φανερώτατα τόν βρωμερόν χαρακτήρα τής Συνόδου. ‘Επειδή τότε γεννάται έν μίσος άναμεταξύ των, μεταχειριζόμενος καθείς κάθε ούτιδανώτερον μέσον, όπού δυνηθή, διά νά άποκτήση έκείνην τήν έπαρχίαν, τό όποίον άκολουθεί είς όποιον δώση περισσότερα χρήματα.
[5] Μίαν φοράν έρώτησα ένα παπάν χωριάτην, έως έξηκοντούτην, πόθεν είχεν άγοράσει τό κονδύλι του [σ.σ. κονδυλοφόρος, πένα, γραφίδα], τό όποίον ήτον λεπτόν, ώς τό μεγαλείτερόν μου δάκτυλον, καί μού άπεκρίθη, ότι τό είχε κληρονομήσει άπό τόν πατέρα του, καί έπειδή είχε τρείς υίούς, είχε σκοπόν νά τό κάμη τρία κομμάτια, καί νά άφήση άπό ένα τού κάθε υίού του. ‘Αλλος ένας, μέ πλατύ ράσον, ήθέλησεν νά μού έξηγήση, ότι τά μέν «γενέσια» έννοεί τήν γέννησιν, τά δέ «γενέθλια» έννοεί τόν θάνατον. ‘Ο ‘Ελλην άναγνώστης άς μήν γελάση, άλλά άς κλαύση.
[6] Οί τοιούτοι, όντες έλεύθεροι άπό κάθε στοχασμόν καί φροντίδα, χαίρονται άκραν ύγιείαν καί τρώγοσι διά έκατόν πενήντα χιλιάδας.
[7] ‘Οποιος ήθελε νά συνθέση ένα κώδικα είς τά έγκλήματα, καί ήθελε νά μήν παραιτήση κανένα άμάρτημα άνθρώπινον, άς ήθελεν ύπάγει είς τό ‘Αγιον ‘Ορος, καί άνίσως ήθελε έξετάσει τούς έκεί κατοικούντας, ήθελε κάμει τόν έντελέστερον κώδικα άπ’ όσους μέχρι τής σήμερον έφάνησαν.
Πρόσφατα σχόλια