Ποιος μιλάει; Και από ποια θέση;
«Δεν χρειάζεται, υποθέτω, να είναι κανείς ιδιαίτερα φοβικός ή δύσθυμος για να συμπεράνει ότι ένα κοινωνικό σύστημα που απαιτεί τέτοιες παραμυθίες για να νομιμοποιήσει τους πραγματικούς τρόπους λειτουργίας του είναι, από τις ίδιες τις αρχές που το διέπουν, άδικο και αναποτελεσματικό [5]· και ότι απαιτεί, ως εκ τούτου, μια ριζική κριτική, δηλαδή, σύμφωνα με την ετυμολογία, μια κριτική που αναλύει το λάθος στη ρίζα του και το αντιμετωπίζει αναλόγως.
[5] Προφανώς, βέβαια, αυτή η αναποτελεσματικότητα είναι σχετική. Στην πραγματικότητα, το καπιταλιστικό σύστημα λειτουργεί πολύ ικανοποιητικά για ένα όχι αμελητέο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού, που έχει όντως κερδίσει αρκετά, και ετοιμάζεται να κερδίσει ακόμα περισσότερα, από μία “παγκοσμιοποίηση”, για την οποία, όμως, όλες οι υπάρχουσες στατιστικές βεβαιώνουν ότι, εδώ και δύο δεκαετίες, δεν έχει πάψει να αυξάνει τις ανισότητες -τόσο ανάμεσα στα έθνη όσο και στο εσωτερικό του κάθε έθνους- και μάλιστα να αναγεννά περιοχές απόλυτης εξαθλίωσης.
Γι’ αυτό, εξάλλου, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι να προσδιορίσουμε, με έναν πλατωνικό, θα λέγαμε, τρόπο, αν η παγκοσμιοποίηση είναι ή όχι καθ’ εαυτή “επιτυχής”· το ζήτημα είναι να ξέρουμε για ποιον είναι υποχρεωτικά επιτυχής και για ποιον είναι αδύνατον να είναι.
Κάθε φορά, λοιπόν, που κάποιος δέχεται να περάσει στο προσκήνιο του Θεάματος, προκειμένου να εξάρει τα αναρίθμητα ανθρώπινα οφέλη τα οποία δικαιούται να αναμένει ένας πολιτισμός από την κατάργηση όλων των συνόρων και από τη γενικευμένη ελευθερία των ανταλλαγών, θα είναι πάντα φρόνιμο να θέτουμε το διπλό νιτσεϊκό ερώτημα:
Ποιος μιλάει; Και από ποια θέση;
Τότε, θα παρατηρούσαμε, χωρίς αμφιβολία, ότι πολλοί από τους υπέροχα δομημένους λόγους, αν και απόλυτα προσαρμοσμένοι στο “ανοιχτό πνεύμα”, την “ανάμειξη των πολιτισμών”, την “αποδοχή του άλλου” και την “ανάγκη να αμφισβητούμε αενάως τον τρόπο ζωής μας”, αποκτούν ξαφνικά μια εντελώς διαφορετική διάσταση, αν φροντίσουμε να τους αναγνώσουμε εκ νέου υπό το φως μιας δήλωσης εισοδημάτων ή μιας αίτησης για καταβολή οδοιπορικών!
Στην περίπτωση, άλλωστε, που ο αναγνώστης θα ήθελε να αποκτήσει μια ιδέα για την πραγματική θέση που κατέχει ο ίδιος, προσωπικά, σε αυτό το παγκόσμιο Μονόπολυ, που είναι ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός, αρκεί να θυμίσουμε (χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τα επίσημα στοιχεία) ότι, στη Γαλλία, ο μέσος μηνιαίος μισθός είναι 1.330 ευρώ, ότι πέντε εκατομμύρια συμπολιτών μας ζουν κάτω από το “όριο της φτώχειας” (εκ των οποίων 1,7 εκατομμύρια είναι ήδη φτωχοί εργαζόμενοι) και ότι τα νοικοκυριά που κερδίζουν πάνω από 3.530 ευρώ τον μήνα ανήκουν, από αυτό το γεγονός και μόνο, στο 10% των πιο ευνοημένων οικογενειών της χώρας.
Οι αριθμοί αυτοί ίσως ξαφνιάσουν κάποιους αναγνώστες. Και η μόνη ειλικρινής και βάσιμη δικαιολογία τους είναι ότι δεν μπορούν να υπολογίζουν καθόλου στην επίσημη κοινωνιολογία για να τους βοηθήσει να στοχαστούν πάνω στη φύση και το εύρος αυτών των ταξικών ανισοτήτων.
Όπως υπενθυμίζει ο Λουί Σωβέλ (Louis Chauvel) στο έργο του, Le destin des générations – Η μοίρα των γενεών- (εκδ. PUF, 1998, σ. 10), από το 1990 και μετά, μόνο στο 1% των διατριβών της κοινωνιολογίας, που υποστηρίζονται στο γαλλικό Πανεπιστήμιο, χρησιμοποιείται ακόμα η λέξη “τάξη” (και, διευκρινίζει ο Σωβέλ, στο ένα τρίτο των περιπτώσεων, αναφέρεται στις τάξεις του σχολείου).»
***
Από το βιβλίο του Ζαν Κλωντ Μισεά, Το Αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ [Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2008, μετ. Χ. Σταματοπούλου], μία παράγραφος και μία σημείωση [σελίδες 20-21]. Οι υπογραμμίσεις του συγγραφέα, οι υπογραμμίσεις δικές μου, η παραγραφοποίηση της σημείωσης “αυθαίρετη” -για λόγους διαδικτυακής… εικονομίας-, το βιβλίο εκδόθηκε στη Γαλλία το 2002, άρα τα στοιχεία που παραθέτει ο συγγραφέας αφορούν στις αρχές της δεκαετίας.
***
Το απόσπασμα του Μισεά δέχεται, φυσικά, πολλαπλές αναγνώσεις, πέραν εκείνης που αφορά στην κριτική στην “παγκοσμιοποίηση”…
Το διπλό νιτσεϊκό ερώτημα,
Ποιος μιλάει; Και από ποια θέση;
Και η ανάγνωση αυτών που κάποιος λέει,
υπό το φως μιας δήλωσης εισοδημάτων ή μιας αίτησης για καταβολή οδοιπορικών…
Ή η ριζική κριτική στις παραμυθίες νομιμοποίησης ενός κοινωνικού συστήματος…
Ή η πραγματική θέση που κατέχει κάποιος προσωπικά σ’ ένα παγκόσμιο [ή εθνικό] Μονόπολυ…
… αποτελούν κάποιες από αυτές τις αναγνώσεις.
***
Γιατί αν δεχθούμε αυτά που έλεγε ο Μάρξ, ότι, δηλαδή, η ταξική συνείδηση κάποιου καθορίζεται από τη θέση που αυτός κατέχει στην παραγωγική διαδικασία…
… τότε, αν η θέση κάποιου είναι στον πάτο της παραγωγής, αντίστοιχη θα πρέπει να είναι και η ταξική του συνείδηση [δεν λαμβάνουμε υπόψη μας, εδώ, τα περί αλλοτρίωσης, για να μην μπλέξουμε με Λούκατς και Κορς, κι άντε να βρούμε άκρη...]
Οπότε, μοιραία, μία θέση στον πάτο της παραγωγής, μία μηδενική δήλωση εισοδήματος και μία συνειδητή αποστροφή προς το προσκήνιο του Θεάματος, συνεπάγεται και μία αντίστοιχη ταξική συνείδηση.
Σ’ αυτή την περίπτωση, ο φορέας μιας τέτοιας “πατωμένης” συνείδησης θα μπορούσε να πει για τους πολιτισμικούς πολέμους, που μαίνονται στο προσκήνιο του Θεάματος, μεταξύ παχυλόμισθων παραμυθατζήδων:
Χέσε ψηλά κι αγνάντευε!
***
Και όλα αυτά χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τις κοινωνιολογικές θεωρίες περί κοινωνικών δικτύων, κυκλωμάτων και δικτυωμάτων, αν με εννοείτε…
Θεωρίες που, βεβαίως-βεβαίως!- εφαρμόζονται και στην πράξη. Τόσο στη real life όσο και στην προσομοιωμένη τοιαύτη, εν διαδικτύω…
***
ΥΓ. Κάποιοι ίσως ενοχληθούν από την παροιμία. Ας έχουν υπόψη τους ότι δεν υπάρχει χυδαία γλώσσα, αλλά χυδαία πρόσωπα
. Αλλά τι φταίω εγώ για τις παροιμίες που άκουγα -και έμαθα- μικρός στο χωριό μου;

RSS - Posts
Πρόσφατα σχόλια