Αρχική > Θ & Δ classic > Το τέλος των Θ & Δ classic

Το τέλος των Θ & Δ classic

21/12/2006

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε την Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2003. Ήταν το τελευταίο κείμενο για τις Θ&Δ classic. Δεν δημοσιεύτηκε τότε, για λόγους που δεν είχαν να κάνουν μ’ εμένα. Αφαίρεσα κάποια ανούσια -και ανεπίκαιρα- σημεία. Το δημοσιεύω σήμερα γιατί τις τελευταίες ημέρες είμαι στο ίδιο mood…

foto3.jpg

Θεαμαπάτες & Δικτυώματα, τέλος!

Αναζητείστε τους λόγους σε:

1. Θέματα υγείας: καθιστική ζωή, άγχος και τσιγάρο, πού θα με οδηγήσουν τελικά; Και μάλιστα πιο σύντομα από ό,τι προβλέπει το κοινωνικό status μου, τα εθνοφυλετικά [χα!] γονίδιά μου και οι πρόοδοι της ιατρικής [χα!] επιστήμης [χα!].

2. Θέματα οικονομίας: Με έναν πρόχειρο -και σωστό- υπολογισμό κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αν κόψω το τσιγάρο και τις Θεαμαπάτες η οικονομική μου κατάσταση θα βελτιωθεί.

2α. Βέβαια, αν σταματήσω μόνον το κάπνισμα η οικονομική μου κατάσταση θα βελτιωθεί σημαντικά. Ωστόσο οι επιβαρυντικοί παράγοντες 1. καθιστική ζωή και 2. άγχος παραμένουν.

2β. Αν αρχίσω να γυμνάζομαι εντατικά για να αποτρέψω τους κινδύνους που εγκυμονεί η καθιστική ζωή για την υγεία μου, τότε οι σπόνδυλοί μου κινδυνεύουν να γίνουν φτερά στον άνεμο. Άρα απαιτείται μία ελαφρά γυμναστική, όπως, για παράδειγμα, περίπατοι και τσάρκες, που από την πλευρά τους απαιτούν αρκετό ελεύθερο χρόνο.

2γ. Θα μπορούσα, φυσικά, να μειώσω το άγχος. Ορθόν. Αλλά αν σταματούσα να τριγυρνώ με ένα μπλοκάκι, επτά μέρες την εβδομάδα, 24 ώρες το 24ωρο [σχεδόν], για να σημειώνω όποια πληροφορία ενδιαφέρει εμένα και πιθανώς εσάς, τότε θα μειωνόταν δραματικά και ο αριθμός των αναγνωστών, άρα θα επιδεινωνόταν άρδην η οικονομική μου κατάσταση.

2δ. Ακόμα και αν συνέχιζα τις Θεαμαπάτες, πώς θα μπορούσε το «υπέρμετρα διογκωμένο» ego μου να συμβιβάσει μέσα του σχόλια περί «παγκοσμίου επιπέδου» [των κειμένων μου] με αμοιβές-δεκαεπτάχρονου-ανειδίκευτου-Αλβανού;

2ε. Μικρή παρένθετη ιστορία. Καλοκαίρι, πριν από 2-3 χρόνια. Καύσωνας, κι εγώ εγκαταλείπω τον φλεγόμενο κάμπο και take the mountains αναζητώντας λίγη δροσιά. Χάνομαι, παραβλέποντας κάποιες «τεράστιες» πινακίδες, δεν έχω μαζί μου χάρτη, δεν γνωρίζω την περιοχή, βαριέμαι να σταματήσω σε κάποιο χωριό να ρωτήσω. Περιπλανιέμαι άσκοπα σταματώντας σε κάθε βρυσούλα και απολαμβάνω το τοπίο.

Κάποια στιγμή νεανίας τις μου κάνει νόημα να σταματήσω. «Πού πας;» Πήγαινε στην κοντινότερη πόλη. «Μπες». Δεκαεπτάχρονος -όπως έμαθα στη συνέχεια- ξανθομάλλης και γαλανομάτης [και κακάσχημος] και Αλβανός και εξέπεμπε και μία περίεργη οσμή. Είχε καναδυό χρόνια που, κάθε ανοιξούλα, περνούσε τα σύνορα με τα πόδια και δούλευε σε ένα ποιμνιοστάσιο. Το φθινοπωράκι, όταν τα γίδια κατέβαιναν στο χειμαδιό, ξαναγυρνούσε στους δικούς του. Το αφεντικό, ο ποιμενάρχης, είχε καμιά πεντακοσαριά αίγες. Δουλειά, οι δυο τους, από τα άγρια χαράματα μέχρι τα άγρια μεσάνυχτα. Ο μισθός του νεαρού εκατό χιλιάδες δραχμές, μείον είκοσι χιλιάδες για «στέγη και τροφή» [ψωμοτύρι και ενίοτε καμιά τομάτα].

Είδε κι απόειδε, πήρε τους δρόμους. Όταν τον πέτυχα είχε ήδη συμπληρώσει ένα 24ωρο που είχε φύγει από το μαντρί, και προχωρούσε με τα πόδια για να φτάσει στην κοντινότερη πόλη. Ούτε λόγος, βέβαια, να τον βάλει κανένας στο γιωταχί. Όνειρό του να μάθει αγγλικά και να πάει να ζήσει στην Αγγλία. «Είναι ωραία εκεί, έχει και καλά μεροκάματα.» Δεν του είπα τίποτα. Ποιος ήμουν εγώ που θα αμαύρωνα τα όνειρα ενός δεκαεπτάχρονου; Του έδωσα να φάει κάποια κρουασανάκια που είχα μαζί μου, να πιει νερό. Ήταν και πολλές οι στροφές, κάποια στιγμή εξέμεσε πάνω του, μέσα κι έξω από το αυτοκίνητο. Ζήτησε τόσες πολλές φορές συγνώμη, που άρχισα να αισθάνομαι δυσάρεστα.

Τον άφησα μπροστά στο πρακτορείο λεωφορείων μιας πόλης πιο κοντά σε εκείνη του προορισμού του. Πήγαινε σε έναν θείο του, να βρει καμιά καλύτερη δουλειά. Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, κάτι μου είπε από το ανοιχτό παράθυρο, δεν κατάλαβα, τον ξαναρώτησα. «Τι σου χρωστάω που με ‘φερες ως εδώ;» Τον έστειλα στο καλό. Καταμεσήμερο, στον πυρωμένο θεσσαλικό κάμπο…

3. Λόγοι αισθητικής […]

4. Λόγοι προσωπικοί: Τα όσα λένε διάφοροι γραφιάδες ότι η γραφή είναι μια «εσωτερική ανάγκη», ότι «δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να γράφουν» και διάφορα τέτοια, τα άκουγα πάντα βερεσέ. Μπορώ μια χαρά να ζήσω και χωρίς να γράφω.

Οπότε πάντα αναρωτιέμαι: «Γιατί να γράψω;», «Για τι να γράψω;» και «Για ποιον να γράψω;» Ένας πολύ σημαντικός λόγος για να ασχοληθώ με το project των Θεαμαπατών, ήταν κι εκείνος του «χρέους». Γιατί ένιωθα πως χρωστούσα κάτι, όχι σε πρόσωπα, αλλά στην εποχή μου. Όπως κι εγώ διάβασα στα νιάτα μου ένα σωρό «περίεργα» πράγματα γραμμένα από ανώνυμους κι επώνυμους, έτσι θεωρούσα ότι θα έπρεπε να εξοφλήσω αυτό το «χρέος» γράφοντας -στα πλαίσια των ικανοτήτων και των δυνατοτήτων μου- κάποια «περίεργα» πράγματα, που ίσως κάποιοι νεότεροί μου τα βρουν ενδιαφέροντα.

Έτσι κι αλλιώς «το ποτάμι των ιδεών» πάντα κυλούσε υπόγεια, σε όλες τις εποχές και σε όλες τις περιοχές. Και «αποφθέγματα» του στυλ «δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες» τα άκουγα πάντα, επίσης, βερεσέ. Το αν κάποιοι από τους αναγνώστες των Θεαμαπατών βρήκαν ή βρουν κάτι ενδιαφέρον σ’ αυτές, για να συνεχίσουν το «αιώνιο ψάξιμο», τόσο το καλύτερο γι’ αυτούς. Αν κάποιοι άλλοι, πάρουν και χρησιμοποιήσουν «αμάσητα» και «άψαχτα» κάποια πράγματα, για τους δικούς τους σκοπούς, τόσο το χειρότερο – για τους ίδιους. Σε κάθε περίπτωση, εγώ έπραξα το «χρέος» μου.

4β. Κάποιος φίλος, που γνώριζε τις προθέσεις μου, με ρώτησε για «ενδεχόμενα καινούργια project.» Του απάντησα: «Καινούργια project όχι. Μπορείς ποτέ να φύγεις έχοντας δεμένο το γάιδαρό σου…;»

4γ. Να κλείσω αυτή την ενότητα με την τελευταία [33η] θέση του Γκυ Ντεμπόρ [από το βιβλίο του, Σχόλια Πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος, μετ. Πάνος Τσαχαγέας, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1988, σελ. 76-77:

«Ο Sardou παρατηρεί επίσης: «Το επίρρημα μάταια αναφέρεται στο υποκείμενο. Το εις μάτην αναφέρεται στο αντικείμενο. Ανώφελα, σημαίνει δίχως όφελος για κανέναν. Λέμε ότι κάποιος εργάστηκε μάταια όταν δεν σημείωσε επιτυχία, χάνοντας έτσι τον καιρό και τον κόπο του. Ενώ λέμε ότι εργάστηκε εις μάτην όταν δεν πέτυχε το στόχο που είχε θέσει, εξαιτίας της ατέλειας του έργου που επιτελέστηκε. Όταν δεν μπορώ να πετύχω στο έργο μου, εργάζομαι μάταια. Χάνω άσκοπα τον καιρό και τον κόπο μου. Όταν το έργο που επιτελείται δεν έχει το αποτέλεσμα που περίμενα, όταν δεν πετυχαίνω το στόχο μου, εργάζομαι εις μάτην. Δηλαδή κάνω κάτι ανώφελο…

Λέμε επίσης ότι κάποιος εργάζεται μάταια, όταν δεν αμείβεται για την εργασία του, ή όταν η εργασία του δεν είναι αρεστή. Γιατί σ’ αυτή την περίπτωση ο εργαζόμενος χάνει τον καιρό και τον κόπο του δίχως να προδικάζει καθόλου την αξία της εργασίας του, που μπορεί κατά τα άλλα να είναι εξαιρετική».»

4δ. Όσον αφορά τις Θεαμαπάτες, δεν θα μάθω ποτέ αν εργάστηκα εις μάτην. Όσο για το αν εργάστηκα μάταια

5. Λόγοι ιδεολογικοί: Κανένας γραφιάς δεν επιλέγει τους αναγνώστες του. Εκείνοι επιλέγουν να διαβάσουν τα γραφτά του, κάτω από το δικό τους ιδεολογικό πρίσμα. Οπότε, πριν καταλήξουν στα όποια -δικά τους- συμπεράσματα, ας έχουν υπόψη τους ότι η δική μου ιδεολογία [δηλαδή, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι και ερμηνεύω τον κόσμο γύρω μου] επικεντρώνεται σε δύο βασικές αρχές: είμαι ενάντιος σε όλες τις μορφές εξουσίας και ενάντιος σε όλους τους θεούς – στα πλαίσια του δυνατού, πάντα.

Κι αυτό έχει διάφορες συνέπειες, τις οποίες θα πρέπει κάποιος να λάβει σοβαρά υπόψη του: δεν μπορεί, για παράδειγμα, να θεωρώ «τσογλάνι» τον «Μέγα» Κωνσταντίνο και «παίδαρο» τον «Μέγα» Αλέξανδρο. Ο πρώτος μπορεί μεν να αναγνώρισε τον χριστιανισμό, αλλά έσφαξε -πλην όλων των άλλων- και τη μισή του οικογένεια. Ο δεύτερος μπορεί να «μεταλαμπάδευσε τον ελληνικό πολιτισμό στην Ανατολή», αλλά ισοπέδωσε επίσης και ολόκληρη τη Θήβα, που αρνήθηκε να [του] υποταχτεί. Και μη μου πείτε ότι διέταξε -από ολόκληρη πόλη- να μην καταστρέψουν -μόνον- το σπίτι του «τσανακογλείφτη» και ποιητή Πινδάρου, δείχνοντας έτσι την «παιδεία» του… Και, βέβαια, δεν αρνούμαι το γεγονός ότι ο μεν πρώτος υπήρξε μεγάλος στρατηλάτης και ο δεύτερος μεγάλος ποιητής. Αλλά, άλλα τα μεν άλλα τα δε. Αυτούς «έχουμε», μ’ αυτούς -αναγκαστικά- «πορευόμαστε».

Μπορεί ο Πλάτωνας να ήταν μεγάλος φιλόσοφος [αυτός «απέμεινε», μ’ αυτόν «πορευόμαστε»], αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να ανάβουμε και καντηλάκια μπροστά στο εικόνισμά του… Ή στα εικονίσματα οποιουδήποτε μεταγενέστερου ή προγενέστερου…

Ο κόσμος μας δεν είναι ασπρόμαυρος. Ούτε καν γκρίζος. Είναι έγχρωμος. Το ότι όλες οι μεγάλες θρησκείες [καλό-κακό], και όλες οι εξουσίες [όποιος-δεν-είναι-μαζί-μας-είναι-εναντίον-μας] προσπαθούν, βαδίζοντας χέρι χέρι, να μας πείσουν για το ασπρόμαυρο του κόσμου, κάτι λέει. Κι αυτό ας το έχουμε πάντα υπόψη μας.

6. Λόγοι περιέργειας: Ψάχνοντας και γράφοντας μαθαίνεις. Ψάχνοντας, όμως, και γράφοντας τα ίδια και τα ίδια μαθαίνεις τα ίδια και τα ίδια. Ίσως, το να γράφεις για ένα και μοναδικό θέμα [ή για μερικά] να είναι ένας εύκολος τρόπος για να βγάλεις το μεροκαματάκι.

Τίποτα, όμως, δεν συγκρίνεται με το να ψάχνεις -εκ περιεργείας- τα πιο απίθανα πράγματα, για μέρες, για μήνες, για χρόνια, γνωρίζοντας ότι κανείς δεν πρόκειται να σε πληρώσει γι’ αυτό, και ούτε πρόκειται να το εξαργυρώσεις στο «κοινωνικό χρηματιστήριο», παίρνοντας σε αντάλλαγμα coins και image. Το μόνο που προσθέτεις στο «σακουλάκι» σου, είναι «βαθμοί ελευθερίας», καταπώς λένε και στη φυσικοχημεία – εάν ενθυμούμαι καλώς.

Τίποτα δεν συγκρίνεται με το να ανοίγεις τα κυτία του Σρεδιγείρου για να δεις αν οι γάτες μέσα τους είναι ζωντανές ή νεκρές. Κι αυτό γιατί δεν αντέχεις να νιώθεις πως είναι μόνον νεκροζώντανες. Και πως μόνον η δική σου περιέργεια μπορεί -επιτέλους!- να τις στείλει στον έναν ή στον άλλο κόσμο…

Πρόκειται, γι’ αυτό που -στην θεαμαπατική- ονομάζεται «γατωμένη περιέργεια».

7. Εξελικτικοί λόγοι: Γνωρίζω -ουκ ολίγους- ανθρώπους που ήδη από τα δεκαπέντε τους «ήξεραν» τι θα γίνουν και τι θα κάνουν στη ζωή τους. Και έγιναν και το έκαναν. Καλώς ή κακώς, ποτέ μου δεν ήξερα -και δεν θέλησα να μάθω- τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Ούτε και τώρα το ξέρω. Απλώς, συνεχίζω με μια εξαιρετική συνέπεια -που δεν υπάρχει σε κανέναν άλλο τομέα της ζωής μου- να κλωτσάω τις καρδάρες με το -κατσικίσιο- γάλα. Ίσως γι’ αυτό να φταίει το σαρακατσανέικο [κατά το εν δεύτερον] ντι-εν-έι [χα!] που κουβαλάω. Ίσως κι όχι…

Εξάλλου, αποδεικνύεται [πώς;!] τελικά, ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο ψάχνουμε, ερευνούμε, διαβάζουμε, συζητάμε δεν είναι για να μάθουμε αλλά για να ξεμάθουμε. Για να ξεμάθουμε όλες αυτές τις ανοησίες που μία ολόκληρη κοινωνία, μία ολόκληρη οικογένεια, ένα ολόκληρο εκπαιδευτικό σύστημα ενστάλαξαν μέσα μας, αργά και μεθοδικά. Ούτως ή άλλως, ο κόπος που χρειάζεται για να «κρατήσει» κανείς το παραπάνω παιδευσιακό και αξιακό σύστημα, είναι ο ίδιος με τον κόπο που απαιτείται για να το πετάξει στα σκουπίδια. Οπότε καλόν θα ήτο να το έχουμε κι αυτό υπόψη μας, πηγαίνοντας παρακάτω ή παραδίπλα.

Μετά από χρόνια και χρόνια στο κουρμπέτι, μερικές φορές διαπιστώνω έκπληκτος ότι παρευρίσκομαι σε μια συζήτηση, σχετικά με ζήτημα που με έχει απασχολήσει για χρόνια, και δεν καταφέρνω να αρθρώσω ούτε ένα «κιχ». Τώρα τελευταία έχω αρχίσει να το διασκεδάζω κιόλας. Όλη αυτή η γνώση που συσσώρευσα τόσες δεκαετίες ίσως τελικά να ήταν ξεγνώση. Οι κίνδυνοι του επαγγέλματος ή του λειτουργήματος – αν προτιμάτε. Γατωμένη περιέργεια! Στο τέλος θα καταλήξω σαν τον Socrates: τυφλός. Αυτός, άλλωστε, δεν είχε πει το: «εν είδα ότι ουδέν είδα»;

8. Λόγοι κεφιού: Σε μια άλλη κοινωνία, θα είχαμε μάθει στο -καστανεδικό- «κατηχητικό» ότι πρέπει να ακολουθούμε όχι τα μονοπάτια της τιμής, ή της ηθικής, ή της φυλής, ή δεν-ξέρω-κι-εγώ-τι, αλλά τα μονοπάτια που έχουν καρδιά.

Το κέφι που είχα επί δύο χρόνια, γράφοντας τις Θεαμαπάτες, χάθηκε ξαφνικά και αιφνιδίως πριν από μερικούς μήνες. Κι όταν κάποιος βαδίζει άκεφος στα μονοπάτια της ζωής του, καιρός να τ’ αλλάξει. Και ρεμπέτης [«… που πάει ντουγρού στην κατηφόρα τη μεγάλη…»] δεν είμαι.

9. Όλοι οι υπόλοιποι λόγοι […]

10. [Κι εδώ γράψτε τους λόγους για τους οποίους εσείς θα θέλατε να είχα σταματήσει πολύ νωρίτερα ή να μην είχα αρχίσει καν.]

11. Απαραίτητη επεξήγηση: άλλο πράγμα η info-overdose στην οποία «κύλησα» τα τελευταία χρόνια [για παράδειγμα, τις δύο περασμένες εβδομάδες είχα συγκεντρώσει υλικό για να γράψω «κάτι» για τους «ολιγάρχες» της Ρωσίας, μεγέθους 12,5 μεγκαμπάιτ…] και άλλο τα όποια άλλα κείμενα ήθελεν συγγράψει ο «καλλιτέχνης»…

Τελευταίο αλλά όχι έσχατο

Η τελευταία αλλά όχι και έσχατη φράση των Θεαμαπατών [ακολουθούν -φυσικά!- και ΥΓ], ας είναι η τελευταία σχεδόν φράση από την -δίχως ηθικό δίδαγμα- ταινία του Λαρς Φον Τρίερ «Dogville»:

«H Dogville άφησε την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

Όσοι έχετε ήδη δει την ταινία μπορείτε να προβληματιστείτε μαζί μου και με τις ακόλουθες παραλλαγές αυτής της φράσης:

«Η Dogville εγκατέλειψε την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

«Η Dogville ελέησε την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

«Η Dogville ξαμόλυσε στον κόσμο την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

«Η Dogville αφάνισε την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

«Η Dogville συγχώρεσε την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

«Η Dogville δικαιολόγησε την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

«Η Dogville καταδίκασε την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

«Η Dogville ανέστησε την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

«Η Dogville πήδηξε την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

«Η Dogville βίασε την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

«Η Dogville δίδαξε ηθική στην Γκρέις ή η Γκρέις στην Dogville;»

«Η Dogville γέννησε την Γκρέις ή η Γκρέις την Dogville;»

Σκυλωμένη υπεροψία!

Φευ! Δεν υπάρχουν απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα…

Ούτε και κυτία Σρεδιγείρου με κύνες!

ΥΓ […]

ΥΓ 8. Ενδεής, πένης, χαρούμενος και μόνος αιγοβοσκός συνεχίζω…


Advertisements
Κατηγορίες:Θ & Δ classic
  1. 21/12/2006 στο 14:32

    Σε διάβασα τροχάδην.

    Έκατσα…

    Άναψα τσιγάρο να διώξω το άγχος…

    Ματαίως!

    Πρέπει να μάθω πιά να μην θίγω «τα κακώς κείμενα»

  2. 21/12/2006 στο 14:51

    «Κακώς κείμενα»;

  3. 22/12/2006 στο 08:50

    Τα «σκατά» που ζώ και μου θυμίζεις με τα «καλά κείμενά» σου!

    Οverworked, underpayed, με φίλους που γιαποποιούνται αργά και σταθερά, σε μια κοινωνία που απολαμβάνει το μποτιλιάρισμα, την «απασχολησιμότητα», αλλά ας σταματήσω γιατί θα χαλάσω τη μέρα μου!

  4. 22/12/2006 στο 12:13

    Αν και είναι ήδη μεσημεράκι, άσε τη μέρα σου να κυλήσει όμορφα.

    «Καινούργια μέρα, καινούργια καλημέρα», λένε στο χωριό μου.

    Καλή σου μέρα!

  5. 23/12/2006 στο 03:11

    Μπορεί ο Πλάτωνας να ήταν μεγάλος φιλόσοφος [αυτός «απέμεινε», μ’ αυτόν «πορευόμαστε»], αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να ανάβουμε και καντηλάκια μπροστά στο εικόνισμά του… Ή στα εικονίσματα οποιουδήποτε μεταγενέστερου ή προγενέστερου…

    Ο κόσμος μας δεν είναι ασπρόμαυρος. Ούτε καν γκρίζος. Είναι έγχρωμος. Το ότι όλες οι μεγάλες θρησκείες [καλό-κακό], και όλες οι εξουσίες [όποιος-δεν-είναι-μαζί-μας-είναι-εναντίον-μας] προσπαθούν, βαδίζοντας χέρι χέρι, να μας πείσουν για το ασπρόμαυρο του κόσμου, κάτι λέει. Κι αυτό ας το έχουμε πάντα υπόψη μας.

    ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΧΡΕΟΣ ΝΑ ΤΑ ΑΝΟΙΓΟΥΜΕ ΤΑ ΡΗΜΑΔΙΑ ΜΑΣ ΟΤΑΝ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΚΑΙ ΟΧΙ ΝΑ ΚΑΘΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΣΚΥΛΩΜΑ ΜΑΣ

    ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΜΕΡΑ:-)

  6. 23/12/2006 στο 13:51

    Athena τι στο καλό σημαίνει «ΣΚΥΛΩΜΑ»;

    Καλησπέρα.

  7. 17/03/2007 στο 17:52

    «Ψάχνοντας, όμως, και γράφοντας τα ίδια και τα ίδια μαθαίνεις τα ίδια και τα ίδια»:
    Επειδή τελικά όλες οι αλήθειες είναι παλιές και τετριμμένες. Εκείνο που κάνουν, όσοι ασχολούνται με την συγγραφή, είναι απλώς να βρίσκουν καινούργιους τρόπους πρωτότυπους για να την ξαναλένε.
    Ηλιόλουστε, πολύ νταλκά κρύβεις αδελφέ μου και μάλιστα και για μία γάτα ακόμα.
    Αλλά καθώς γνωρίζω, ο ίδιος ο Σροντίγιος, δήλωσε σε όλους τους γατόφιλους του κόσμου. «Μην στενοχωριέστε, το πείραμα μόνο στο μυαλό μου το έκανα».
    Μετά, αφού τελειώνεις την γάτα του Σροντίγιου, πάς στην σκυλόπολη.
    Εκεί με μπέρδεψες τελείως, καθόσον εγώ αγαπώ καταρχήν τις γάτες. Τα σκυλιά μου τη σπάνε γιατί φωνάζουν!
    Τώρα θα κάνω αλλαγή σκηνικού, πάω στο σινεμά.
    Αλλά, με όλα όσα γράφεις γίνεσαι zuckersüß και η κοινωνία μας δεν σε χωράει.
    Γι αυτό, λύσε τα ωραία σου μαλλιά και άσε τον αέρα να στα πάρει. Έτσι και αλλιώς ο άνεμος όλα τα σβήνει.
    Άσε αυτό το ξεμαθαίνω, με τσουρούφλισε. Δηλαδή, δεν είναι που μάταια διαβάζω, επειδή, από όσα διαβάζω καταλαβαίνω το ήμισυ, ένεκα γυνή, τώρα αντελήφθην, ότι διαβάζω και εις μάτην!!

  8. 17/03/2007 στο 19:19

    Είμαι ένας νταλκαδιασμένος zuckersüß. Πότε το ένα, πότε το άλλο. Ενίοτε και τα δύο μαζί. Τότε είναι που ο άνεμος με παίρνει και με σηκώνει…

  1. No trackbacks yet.
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.
Αρέσει σε %d bloggers: