Αρχική > Blogroll, Χιλή > 1547 – Βαλπαραΐσο

1547 – Βαλπαραΐσο

08/02/2007

1547

Βαλπαραΐσο

Ο αποχαιρετισμός

Ο Βαλντίβια θεμελιώνει το Σαντιάγο, 1541

Οι μύγες περιφέρονται ανάμεσα στ’ αποφάγια της γιορτής. Ούτε το πολύ κρασί ούτε ο δυνατός ήλιος κοιμίζει τους φαγάδες. Σήμερα το πρωί οι καρδιές χτυπούν γρήγορα. Κάτω στην προβλήτα, αντίκρυ στη θάλασσα, ο Πέδρο δε Βαλντίβια αποχαιρετά αυτούς που πρόκειται να φύγουν. Ύστερα από τόσους πολέμους και κακουχίες στ’ άγρια μέρη της Χιλής, δεκαπέντε από τους άντρες του αποφασίζουν να γυρίσουν στην Ισπανία. Κάποιο δάκρυ κυλά στη θύμηση τόσων χρόνων που μοιράστηκαν μαζί: ο Βαλντίβια θυμάται τις πόλεις που ίδρυσαν από το τίποτα και τους δαμασμένους με το σπαθί Ινδιάνους.

«Δεν έχω άλλη παρηγοριά», λέει στο λόγο του, «από το να πιστεύω ότι πηγαίνετε να ξεκουραστείτε και ν’ απολαύσετε αυτό που αξίζετε. Αυτό μετριάζει κάπως τη θλίψη μου».

Κοντά στην παραλία τα κύματα λικνίζουν το πλοίο που θα τους πάει στο Περού. Από εκεί θα ταξιδέψουν στον Παναμά. Θα διασχίσουν τον Παναμά μέχρι την άλλη θάλασσα κι ύστερα… Θα ‘ναι μακρύ το ταξίδι, όμως αυτός που τεντώνει τα πόδια του νιώθει κιόλας να πατάει την προκυμαία της Σεβίλλης. Οι αποσκευές, ρούχα και χρυσάφι, βρίσκονται στην κουπαστή από χθες. Τρεις χιλιάδες πέσος χρυσάφι θα πάρει από τη Χιλή ο συμβολαιογράφος Χουάν Πινέλ. Με τους σωρούς τα χαρτιά του, έναν κοντυλοφόρο κι ένα μελανοδοχείο, ακολούθησε σαν σκιά τον Βαλντίβια, δίνοντας πίστη σε κάθε του βήμα κι επικυρώνοντας κάθε του πράξη. Πολλές φορές τον απείλησε ο θάνατος. Τούτη η μικρή περιουσία φτάνει και περισσεύει για να αποκαταστήσει την τύχη των ανύπαντρων θυγατέρων του, που περιμένουν τον συμβολαιογράφο Πινέλ στη μακρινή Ισπανία.

Οι στρατιώτες ονειρεύονται μεγαλόφωνα, όταν ξάφνου κάποιος αναπηδά και ρωτάει:

«Κι ο Βαλντίβια; Πού είναι ο Βαλντίβια;»

Όλοι τρέχουν στην ακτή. Πηδούν, φωνάζουν, υψώνουν τις γροθιές.

Ο Βαλντίβια διακρίνεται όλο και πιο μακριά. Πηγαίνει κωπηλατώντας μέσα στη μοναδική βάρκα προς το πλοίο που είναι φορτωμένο με όλο το χρυσάφι τους.

Στην παραλία του Βαλπαραΐσο οι βρισιές και οι απειλές ακούγονται όλο και πιο δυνατά από τα μανιασμένα κύματα.

Τα πανιά ανοίγουν, κατεύθυνση το Περού. Φεύγει ο Βαλντίβια και πηγαίνει να διεκδικήσει τον τίτλο του κυβερνήτη της Χιλής. Με το χρυσάφι που φέρνει και τη δύναμη των χεριών του ελπίζει να πείσει αυτούς του διοικούν στη Λίμα.

Σ’ έναν βράχο ψηλά ο συμβολαιογράφος Χουάν Πινέλ κουνάει το κεφάλι του και γελάει ασταμάτητα. Θα πεθάνουν παρθένες οι κόρες του στην Ισπανία. Μερικοί κλαίνε, κατακόκκινοι απ’ την οργή. Κι ο τρομπετίστας Αλόνσο ντε Τόρες παίζει μια παλιά μελωδία κι ύστερα κομματιάζει την τρομπέτα του, το μόνο πράγμα που του ‘χε απομείνει.

__________
[Εδουάρδο Γκαλεάνο, Μνήμες Φωτιάς, τ. Ι., μετ. Ισμήνη Κανσή, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1986, σελ. 144-5]

________
Υποτίθεται ότι αργότερα, όταν ο Βαλντίβια επέστρεψε στη Χιλή, ξεπλήρωσε τα «δανεικά».

Advertisements
Κατηγορίες:Blogroll, Χιλή
  1. 08/02/2007 στο 08:36

    Με το χρήμα, με το χρήμα,
    είσαι μέγας δον-ζουάν
    και περνιέσαι γι’ άλφα μάγκας
    δηλαδή νάμπερ ουάν

  2. 09/02/2007 στο 12:46

    Μετά από το ποίημα του Greg, εγώ σιωπώ!
    Καλημέρα Ηλιόλουστε, καλημέρα Greg

  3. 09/02/2007 στο 22:41

    Καλημέρα!

  1. No trackbacks yet.
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.
Αρέσει σε %d bloggers: