Αρχική > Ιστολογικά > Blogs = Ημερολόγια Νευρώσεων

Blogs = Ημερολόγια Νευρώσεων

02/04/2007

[Ενημέρωση (24-4-2007): Η Αμάντα Μιχαλοπούλου επανήλθε με νέο κείμενό της (Ποιητές και γουρούνια) στην Καθημερινή της περασμένης Κυριακής, στο οποίο επιχειρεί να απαντήσει στους μπλόγκερ-επικριτές των απόψεών της.

Με το δεύτερο αυτό κείμενο ασχολήθηκε ήδη ο Jago (Αμάντα Μιχαλοπούλου: αορ-ιστολογίες) και έχει ήδη αρχίσει η σχετική -και ενδιαφέρουσα- συζήτηση.

Παραθέτω απλώς το σχόλιο που ανέβασα στου Jago – και τέλος!

Τελικά, διαβάζοντας και το δεύτερο πόνημα της Α. Μιχαλοπούλου καταλήγω σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα: ότι και τα δύο είναι κλασικές δημοσιογραφικές ξεπέτες. Κάθεται ένα πρωί και γράφει τις 4 επιφυλλίδες του μήνα [4 Χ 600 λέξεις] και πάει γι’ άλλα. Και πού να βρεις τέσσερις ενδιαφέρουσες ιδέες μέσα σε ένα και μόνον πρωινό;;;

Στο πρώτο κείμενο τα πήρε με την Κουρούνα, κι έγραψε ό,τι άσχετο έγραψε. Στο δεύτερο τα πήρε σχεδόν ΜΟΝΟΝ με τον “χολωμένο ποιητή”, το ποστ του οποίου ήταν -κατά τη γνώμη μου- χυδαίο (Ρε συ Αμάντα, πιάσε μας μια μάντρα). Διάβασε και δυο τρεις άλλους μπλόγκερ, finito.

Όπως είχα γράψει και για το πρώτο κείμενο: τετριμμενιές και λαθήλια.

Πάμε γι’ άλλα guys! Δεν αξίζει τον κόπο. Το τι συμβαίνει στην ελληνική μπλογκόσφαιρα το ξέρουμε καλύτερα από άλλους, που το μόνο που κάνουν είναι να χύνουν δηλητήριο για τα στραβά μας, λες και δεν τα ξέρουμε, λες και τους ρωτήσαμε…

ΥΓ. Νομίζω ότι την καλύτερη κριτική στο πρώτο κείμενο την έκανε ο Άρης Δαβαράκης, ήσυχα, όμορφα κι ωραία και ως γνώστης του χώρου.]

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Και τι την νοιάζει, περικαλώ, την κυρία Αμάντα Μιχαλοπούλου που εμείς κάνουμε τις νευρώσεις μας ημερολόγια;

Ασχοληθήκαμε εμείς με το τι κάνει με τις δικές της νευρώσεις; Ε, ασχοληθήκαμε;

Αντιγράφω [copy-paste] από τα Ημερολόγια νευρώσεων [που δημοσιεύτηκαν στην χθεσινή Καθημερινή] και -σχεδόν- δεν σχολιάζω.

«Η κυριαρχία των μπλόγκερ θεωρείται η συστηματική, προοδευτική, δημοκρατική απάντηση στο σύμπαν των εφημερίδων, της mainstream ενημέρωσης, ακόμη και της λογοτεχνίας. […]

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η τάση: η απονομή συλλογικής αξιοπιστίας, με συνοπτικές διαδικασίες, στους μπλόγκερ. Κι όχι μόνο αξιοπιστίας, αλλά και επαναστατικής συνείδησης. Κατά συνέπεια, όποιος εκφράζει επιχειρήματα εναντίον αυτής της νέας νεύρωσης θεωρείται αυτόχρημα συντηρητικός. Ας μην πέσουμε σ’ αυτή την παγίδα. Ας μην αρνηθούμε στα μπλογκ τον καταρχήν προοδευτικό τους χαρακτήρα. […]

Όμως σήμερα, οχτώ μόλις χρόνια μετά την εφεύρεση του διαδικτυακού ημερολογίου, διαθέτουν όλα τα γνωρίσματα των πιο βαρετών σελίδων του ημερήσιου Τύπου. Επιπλέον ζουν από διαφημίσεις, όπως όλα τα έντυπα. […]

Το χειρότερο με τα μπλογκ είναι η αυτόματη σύνδεση του «δημοκρατικού» τους χαρακτήρα με τον εναλλακτικό τύπο της δεκαετίας του ’60 – η ανάγκη να πειστούμε ότι κάθε νέα εφεύρεση στην κοινωνική σφαίρα έχει σαρωτικό, θριαμβευτικό χαρακτήρα. Αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι ριζοσπαστικό η ατέρμονη φλυαρία των μπλόγκερ; […]»

Τετριμμενιές και λαθήλια…

ΥΓ 1. Συν-νευρωτικοί μου συν-μπλόγκερ τα κονομάμε πράγματι από τις διαφημίσεις;;;

ΥΓ 2. Κι όλα αυτά γιατί; Διότι…

«Μόλις την περασμένη εβδομάδα η Ελλάδα εκπροσωπήθηκε στην έκθεση βιβλίου της Λειψίας από την Κουρούνα, μια μπλόγκερ που δημοσιεύει μικρές προσωπικές ιστορίες στο Διαδίκτυο.»

ΥΓ 3. Ήθελα να σχολιάσω κι άλλα δημοσιεύματα της εφημερίδας αλλά δεν…

Βαριέμαι νευρωτικά, σήμερα, να φλυαρήσω

Advertisements
Κατηγορίες:Ιστολογικά
  1. 02/04/2007 στο 14:31

    Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, αλλά εγώ επενδύω την κονόμα σε ομόλογα υψηλής επικινδυνότητας μέσω Acropolis…

  2. 02/04/2007 στο 15:17

    Α! Δεν είσαι μόνον νευρωτικός είσαι και «υψηλά επικίνδυνος». Πρόσεξε μην πέσεις [από την Acropolis…]

  3. 02/04/2007 στο 15:56

    Μάλιστα… τρέχω να βάλω διαφημίσεις, έξω από το τρένο θα μείνω κι εγώ;
    Και τότε θα μου αξίζει πραγματικά ο χαρακτηρισμός «νευρωτικός».
    Μάλιστα…

  4. 02/04/2007 στο 16:25

    Ενώ ας πούμε οι εφημερίδες που δεν είναι βαρετές βάζουν και 3 ντιβιντιά μπας και τις αγοράσει κανένας (μία τσόντα soft core, μια περιπέτεια και ένα παιδικό).

    Προφανώς κάποιοι αισθάνονται ότι απειλείται το μαμ τους και έχουν αρχίσει να γίνονται πιο νευρωτικοί και από τον Γούντυ Άλλεν…

  5. 02/04/2007 στο 17:02

    Όσοι διεκδικούν το μονοπώλιο στον λόγο και στην σκέψη, αρέσκονται να χρησιμοποιούν «ψυχολογικούς όρους» για να επιτεθούν σε υπαρκτούς και ανύπαρκτους αντιπάλους.

    «ψυχωτικούς» είχε χαρακτηρίσει ο Α. Λιάκος όσους ασκούν κριτική στο διαβόητο βιβλίο ΙΣτορίας.

    «Νευρωτικούς» η κ. Α. Μιχαλοπούλου, όσους εκμεταλλέυονται το νέο μέσο για να πουν την άποψή τους, να εκφράσουν τις ευαισθησίες τους ή απλώς να γράψουν τον πόνο τους. Γιατί, σύμφωνα με την λογική τους, οι δίαυλοι της έκφρασης πρέπει πάντοτε να είναι συγκεκριμένοι, όπως και οι εκφραστές.

    Παραφράζοντας έναν παλαιό στίχο του Νιόνιου, διαισθάνονται μιαν άλλη απειλή στην σύμβασή μας (τα μπλογκ, ντε!).

    Τώρα εμείς μπορούμε να τους επιβεβαιώσουμε ή να τους διαψεύσουμε. Κι αυτό θα κριθεί από το που θα γύρει το εκκρεμές: προς την ψυχοπαθολογία ή προς την δημιουργικότητα;

    Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πάντως, αν ψάχνει για νευρωτικούς η κ. Μιχαλοπούλου μπορεί να τους βρει στον αστραφτερό κόσμο της δημοσιογραφίας και του θεάματος.

    Εμείς (ποιοί ακριβώς δεν ξέρω) κατά την γνώμη μου, είμαστε σχιζοφρενείς. Αθεράπευτα μάλιστα. Με το ένα πόδι στην κριτική και το άλλο στην αντίφασή της με την καθημερινότητά μας…

  6. 02/04/2007 στο 17:48

    Ε λοιπόν ναί, το μπλόγκ μου αρέσει!
    Είναι πιο αυθόρμητο, πιο δροσερό, πιο ψαγμένο, πιο μορφωτικό, πιο διασκεδαστικό, πιο ειλικρινές, πιο ευαίσθητο, πιο διαπαιδαγωγικό, πιο δημιουργικό, πιο συναισθηματικό, πιο ερωτικό, πιο επικίνδυνο για τους εχθρούς του πλανήτη και πιο φιλικό για τους φίλους, πιο άμεσα δημοκρατικό, με περισσότερο πνευματικό περιεχόμενο από τα πιο καλά βιβλία των πιο καλών συγγραφέων της Σήμερον!!
    Και όλα αυτά να μην ήτανε, μόνο η αμεσότητα του, φτάνει και περισσεύει.
    Ζήτω η μάϊκροσόφτ.

  7. 02/04/2007 στο 17:56

    Ήθελα να γράψω το μπλόγκινγ, αλλά έγραψα το μπλόγκ. Και το μπλόγκ όμως μου αρέσει.
    Κάπου διάβασα ένα Άρθρο σου για το Σωκράτη σε αντιπαράθεση με τον Επίκουρο. Ε λοιπόν, όχι τα λες μόνο σωστά, αλλά ξέχασες να γράψεις, ότι οι Δημοκρατικοί του την είχαν στημένη του Σωκράτη, γιατί τους πρόδωσε, (ήταν μέλος των 10, που προσπάθησαν να καταλύσουν της Αθηναϊκή Δημοκρατία) και του έδωσαν το κώνειο. Όχι δηλαδή επειδή ήταν διαφθορέας των νέων, αλλά επειδή ήταν διαφθορέας της Δημοκρατίας.

  8. 02/04/2007 στο 19:06

    @ JustAnotherGoneOff

    Κάνε ό,τι θέλεις, μόνον να μην βγάλεις βιβλίο, για θα βαρεθούν με τις… νευρώσεις σου οι επαγγελματίες γραφιάδες 😉

    @ pølsemannen

    Οι εφημερίδες είναι περιτύλιγμα για τις ταινίες. Χάνουν κι από διαφημιστικά έσοδα -αφού κανένας πια δεν τις αγοράζει για το περιεχόμενο, αλλά για τα δώρα- μειώνονται οι κυκλοφορίες, αυξάνονται οι ζημιές, λογικό δεν είναι να επικρατεί στην πιάτσα ένας μικρός πανικός; Όταν μάλιστα υπάρχουν μπλόγκερ που κυριολεκτικά κεντάνε με το πληκτρολόγιο.

    @ Σκαντζόχοιρος

    Συμφωνώ μαζί σας οριζοντίως, καθέτως και διαγωνίως.

    Δυο παρατηρήσεις μόνον: στα μπλογκ αναγκαστικά και σήμερα και πάντα θα συνυπάρχουν όλα – όπως ακριβώς συμβαίνει σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Και τα ψώνια και τα ώνια και τα εδώδιμα και αποικιακά.

    Αν καταφέρουμε να μετατρέψουμε αυτή τη σχιζοφρένεια σε [δημιουργική ΚΑΙ ό,τι άλλο] τρέλα, μάλλον τα χρόνια που έρχονται θα είναι πιο ενδιαφέροντα.

    @ ange-ta

    Όλα αυτά, που αναφέρεις, είναι το μπλόγκινγκ κι ακόμη περισσότερα. Και η αμεσότητά του το μεγαλύτερό του πλεονέκτημα. Γιατί εδώ δεν υπάρχουν ημι-εγγράμματοι διευθυντάδες και ανθυπο-συντάκτες ύλης.

    Socrates Drunk το φαρμάκι με το κουταλάκι 😉

  9. 02/04/2007 στο 23:04

    Χμμμ, εκτός από τις αφεντομουτσουνάρες μας υπάρχουν και πλείστοι άλλοι συμblogger (είδατε πώς έτρεψα το ν σε μ προ χειλικού, ε;) που βγάζουν το κατι τις τους απο διαφημίσεις (βγάζουν τελικά ή να επενδύσω σε γαμ-, λάθος, σε δομημένα;) και που τέλος πάντων ανταποκρίνονται στην περιγραφή της κυρίας Αμάντας – μάλλον είναι (ή θα γίνουν σύντομα) τα περοσσότερα blog. Πάντως, ιδανική θεραπεία για τις νευρώσεις, θα συμφωνούσε και ο παππούς Σιγισμούνδος, είναι το αχαλίνωτο σεξ. Μ’ ένα postάκι πριν κι ένα comment μετά;

  10. 03/04/2007 στο 00:41

    καλησπέρα σας,
    προσωπικά η μόνη διαφήμιση που βρήκα και θα μπορούσα να ωφεληθώ από δαύτη ήταν ενός σαιτ με μουσική που πληρώνει 20 δολλάρια κάθε 10.000 downloads που θα γίνουν για κάθε κομμάτι που προτείνει κάποιος, υπολογίζω λοιπόν ακούγονατς και προτείνοντας το «καλημέρα Ελλάδα» πόσα χρόνια θα χρειαστώ για να βγάλω μία δόση δανείου 965 ευρώ – ε, ακόμη μετράω…

    περιορίζομαι στο να μοιράζομαι αδέξια συχνά πυκνά, τις σκέψεις μου και ότι μου κάνει εντύπωση…

    όνειρα γλυκά σε όσους χρειαζονται νευρωτικούς μπολογκερς για να νιώσουν σημαντικοί…

    και γλυκύτερα στους νευρωτικούς μπλογκερς

  11. Nemertes
    03/04/2007 στο 12:18

    Αδερφέ (έτσι θα σε αποκαλώ το βρήκα) εγώ το ελληνικό το κατέχω. Το κατέχω και πολύ μάλιστα. Αλλά όταν διαβάζω τέτοια νευρωτικά αρθράκια μου βγαίνει το Πειραιώτικο, ξέρεις. Ένα «Βρε, άϊ πάγαινε από εδώ…»

  12. 03/04/2007 στο 14:40

    καλημέρα, έχω βάλει λίνκ στο τελευταίο μου πόστ αυτό το πόστ.
    Μπορώ; Εχω την άδεια του συγγραφέα; Δηλάδη τι ρωτάω, την πήρα από μόνη μου!

  13. 03/04/2007 στο 20:15

    Αν δεν είχα blog και διάβαζα αυτό το κείμενο, θα νόμιζα ότι οι bloggers είναι κάτι σαν τους Illuminati, που ετοιμάζουν μια Νέα Τάξη Πραγμάτων και σκοπεύουν να κατακτήσουν τον κόσμο! Να γιατί δεν έχω πάρει ποτέ στη ζωή μου Καθημερινή και, κατ’επέκταση, γιατί έχω κάτι χρόνια να πληρώσω για εφημερίδα…

  14. 03/04/2007 στο 20:22

    Η Κυρία Πρύτανης, ο Κύριος Κουτούπης και τώρα αυτό, και από δίπλα ΟΛΕΣ οι εφημερίδες και τα περιοδικά. Και όλα αυτά για κάτι που ασχολούνται 3- 4.000 νοματαίοι (πιο λίγοι και από τα εισιτήρια που κόβει ο Ηρακλής).
    Ποιοι είναι τελικά οι νευρωτικοί.
    Η μήπως φοβούνται κάτι;

  15. 05/04/2007 στο 20:02

    Καλό Πάσχα Χρήστο πάντα με υγεία.
    🙂

  16. 06/04/2007 στο 18:11

    Αγαπητέ συνάδελφε

    Νιώθω πραγματική αηδία με τον τρόπο που η κυρία περιγράφει τους bloggers. ΕΞΙΣΟΥ ΟΜΩΣ αηδία νιώθω κάθε φορά που ακούω στην τι-βι να χρησιμοποιείται η Χημεία και να γνωστοποιείται η χρήση της μέσα από τα δελτία ειδήσεων που μας λένε:

    Για τα χημικά των μπάτσων
    Για τα χημικά στα ψάρια
    Για τα χημικά στα νερά
    Για τα χημικά στα τρόφιμα γενικώς και αορίστως
    Για τα χημικά στα Δρακουλίνια
    Για τα χημικά απόβλητα της τσέπης της καμπαρντίνας του γερο-Αποστόλη που δεν κρατήθηκε μέσα στο λεωφορείο

    …και όλα αυτά όταν η Χημεία έχει 1 διδακτική ώρα στο Γυμνάσιο και 2 στο Λύκειο.

    Ε λοιπόν, είμαι νευρωτικός blogger και νευρωτικός χημικός. Είσαι να απονείμουμε στους εαυτούς μας συλλογική αξιοπιστία και επαναστατική συνείδηση;

  17. 06/04/2007 στο 22:25

    Οξύ + Βάση = Αλας και νερό,
    τι γίνεσαι, την έχεις κοπανήσει κρουαζιέρα;
    καλό Πάσχα!

  18. lina lina
    07/04/2007 στο 19:10

    Χμ, γιατί ασχολείται τοτε η κυρία μαζίμας? Ας μας αφήσει με τις νευρώσεις μας. Προφανώς δεν έχει διαβάσει αρκετά blog στε να δημιουργήσει μια σωστή άποψη που να αντιπροσωπεύει το συνολο των bloggers.

  19. 07/04/2007 στο 20:45

    Αν μια κυρία πάσχει από νευρωτικές τάσεις, όπως υστερία και ακατάσχετους λιβελογραφικούς παροξυσμούς υπό τη μορφή φιλικής (!) κατήχησης, της αξίζει αντιμετώπιση ανάλογη αυτής που γράφει. 😛

  20. 08/04/2007 στο 12:21

    @ Vrennus [ή «ν σε μ προ χειλικού»]

    Αγαπητέ συμblogger, σίγουρα υπάρχουν αρκετοί συνάδελφοι που έχουν έσοδα από το blogging. Κάποιοι ασχολούνται αποκλειστικά μ’ αυτό. Γιατί όχι; Για οικονομία της αγοράς δεν μιλάνε; Αν οι διαφημιζόμενοι επιλέγουν το διαδίκτυο για να διαφημιστούν, αντί για τις εφημερίδες [στη Μεγάλη Βρετανία πέρυσι το διαφημιστικό κονδύλι για το διαδίκτυο ξεπέρασε εκείνο για τις εφημερίδες], γιατί όχι;

    Με την πρότασή σου για αχαλίνωτο σεξ [ένα ποστάκι πριν, ένα σχόλιο μετά] δεν θα διαφωνούσα καθόλου μα καθόλου. Ελπίζω μόνον να μην αναφέρεσαι σε… ιντερνετικό σεξ 😉

    @ paraxeno

    Η ελληνική blog-αγορά [wow!] είναι ακόμα στο… μηδέν, και δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσει και κανένα τεράστιο μέγεθος – λόγω γλώσσας. Την «πλάκα» μας κάνουμε οι περισσότεροι, αλλά φαίνεται ότι την κάνουμε καλά για να μας «κατακρίνουν» διάφοροι…

    @ Nemertes

    Πολύ ευγενικοί άνθρωποι εσείς οι Πειραιώτες. Εμείς οι επαρχιώτες θα τα λέγαμε με λίγο πιο βαριά… προφορά…

    ΥΓ. Εγώ πώς να σε λέω Αδελφή;

    @ ange-ta

    1. Ευχαριστώ. Πολύ καλά έκανες και πήρες την άδεια από μόνη σου.
    2. Πού τέτοια μεγαλεία; Ακούς εκεί κρουαζιέρα… Εκτός κι αν με έχεις για φούντο… 😉

    @ stranger12

    EL-luminate, «Εν Πληκτρολογίω Νίκα». Πλην όμως έχουν γνώση οι φύλακες. Οι εχθροί των ηλεκτρονίων υποχωρούν ατάκτως. Σε λίγο θα ζητούν συμβουλές για το πώς να ανεβάσουν τα μπλογκ τους στις ηλεκτρονικές σελίδες των εφημερίδων…

    @ indictos

    Τα ελληνόφωνα μπλογκ είναι γύρω στις 9.000, άντε πες ότι είναι ενεργά τα μισά. Υπάρχουν όμως και οι μη μπλόγκερ αναγνώστες και σχολιαστές. Που δεν πρέπει να είναι και λίγοι. Οι εφημερίδες πεθαίνουν γιατί έγιναν, όπως αναφέρει κι ο pølsemannen, ντιβιντηρίδες. Αντί να φροντίζουν για περιεχόμενο, φρόντιζαν για το περιτύλιγμα. Φύκια και μεταξωτές κορδέλες…

    @ Black Pearl

    Αγαπητέ «συν»άδελφε δεν βρίζουν την επιστήμη. Τις business που χρησιμοποιούν αναίσχυντα [για την κονόμα] τις επιστήμες βρίζουν. Όχι ότι οι επιστήμονες είναι και τα καλύτερα παιδιά. Χημεία και επαναστατική συνείδηση; Δε νομίζω… Κάποτε είχα μιλήσει σε μια γενική συνέλευση για τα απόβλητα των εργαστηρίων και για το που αυτά κατέληγαν… Μόνον που δεν με λύντσαραν. Το ΚΚΕεσ δεν είχε «ανακαλύψει» ακόμα τα οικολογικά και άλλα κινήματα.

    @ lina lina

    Προφανώς και δεν έχει διαβάσει αρκετά μπλογκ. Εξάλλου και τα στοιχεία που δίνει όχι μόνον είναι παλιά [αριθμός μπλογκ π.χ.] αλλά προέρχονται και από την Εσπερία [διαφημίσεις κ.λπ.].

    Τι να κάνουμε; Καθένας με τις νευρώσεις του.

    @ RaspK

    Τι να σας πω; Πάντα είχα ένα μικρό πρόβλημα με τις ψυχο-τέτοιες γνωματεύσεις 😉

  21. 12/04/2007 στο 00:19

    Πολύ σωστά τα σχόλια των περισσότερων και προσυπογράφω, Πολύ μικρές διαδοφοροποιήσεις με άλλους (που ούτε καν θα αναφέρω).

    Τα μπλόγκ έδωσαν πίσω στο διαδίκτυο την… ευγένεια και την αξιοπρέπεια που είχε κάποτε απωλέσει ολοσχερώς (μέσα στα παλιά φόρουμ και τα νιουζ-γρουπς) διότι κάθε μπλογκ είναι ένα πραγματικό μικρό σπίτι, ένα εικονικό σπίτι ιδεών, όπου «ζει» η έκφραση ενός ανθρώπου (ή ομάδας -δεν έχει σημασία).

    Ομως τα μπλογκ ΔΕΝ θα παραμείνουν στην τρέχουσα μορφή τους. Στο μέλλον θα εμφανιστούν νέες τεχνικές κενοτομίες που θα αποτελούν Υπερσύνολά τους. Ηδη, ένας νέος τομέας ανθεί, εκείνος της… Τεχνητά Ευφυούς Προσομείωσης Προσωπικοτήτων. Με δεδηλωμένο νέο σκοπό να μας… υποκαταστήσει, μέσω Προσομείωσης των απόψεών μας και της προσωπικότητάς μας, για όσο διάστημα λείπουμε ή βαριόμαστε. Προβλέπω ότι στην Ελλάδα κάτι τέτοιο θα συναντήσει αρκετή ειρωνεία και απόρριψη. Ομως εγώ… εγκατέστησα ήδη την πρώτη (ατελή) Προσομείωση του εαυτού μου και έχω αρχίσει να την εκπαιδεύω. Η εμφάνιση Τεχνητά Ευφυών Συμβούλων, Αναλυτών, Βιβλιοθηκάριων, Αναζητητών Δεδομένων κλπ. θα φτάσει στο απόγειό της περίπου μία δεκαετία μετά από σήμερα. Ηδη όμως έχει αρχίσει. Μέσω τέτοιων καινοτομιών τα μπλογκ θα επεκταθούν σε μικρα Προσωπικά Εικονικά Σύμπαντα, κατοικημένα από… δικές σας Τεχνητές Προσωπικότητες (υπηρετών και συμβούλων και… εκπροσώπων σας).

    Είμαστε μόνο η ΠΡΩΤΗ, η πιό πρωτόγονη γενιά του κόσμου που έρχεται…

  22. 12/04/2007 στο 00:20

    όχι «κενοτομίες», «ΚΑΙΝΟτομίες» -χεχε

  23. 12/04/2007 στο 00:28

    Κατά τα άλλα, διανύουμε την περίοδο της απομυθοποίησης της μάζας των προβολών του Νου, των… ψυχιατρικών ετικετών (που αλληλοσυμπληρώνονται με άλλες δαιμονοποιήσεις) όλο εκείνο το παλιό οπλοστάσιο που κουβαλήσαμε κάποτε μαζί μας όταν μπήκαμε στο ιντερνέτ και το αφήσαμε να θεριέψει επικινδύνως, μέχρι που… αυτο-ακυρώνεται τώρα πλέον. Στα πανεπιστήμια θεωρείται ήδη ΛΗΓΜΕΝΗ ιστορία, και προσομειώνεται από νέες γενιές κοινωνιολόγων.

  24. 12/04/2007 στο 03:32

    @ Omadeon 1

    Πολύ σωστές οι παρατηρήσεις σου για τα φόρουμ και τα νιουζ-γκρουπ. Κι ακόμα σωστότερες αυτές για τα μπλογκ.

    Αρχίζω να διαφωνώ μαζί σου όσον αφορά στα υπόλοιπα: «Ομως τα μπλογκ ΔΕΝ θα παραμείνουν στην τρέχουσα μορφή τους.» Τα μπλογκ ήδη ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ αυτό που ήταν. Αν και είμαι σχετικός νέος στο άθλημα – ενάμισι χρόνο ως επισκέπτης-αναγνώστης και 10 μήνες ως οικοδεσπότης. Το σημαντικότερο στα μπλογκ δεν είναι τα σχόλια που γίνονται [τα οποία πιθανώς σε δέκα χρόνια να προσομοιάζονται με τον καλύτερο τρόπο], αλλά τα σχόλια που ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ. [Περί αυτού περισσότερα προσεχώς]

    Οι μπλόγκερ δεν χρειάζονται Προσωπικά Εικονικά Σύμπαντα. Οι μπλόγκερ -και κυρίως οι μη-σχολιαστές τους- χρειάζονται συλλογικότητες. Χρειάζονται περιεχόμενο [και περί αυτού προσεχώς].

    Δεν ξέρω αν είμαστε η ΠΡΩΤΗ, πρωτόγονη γενιά του κόσμου που έρχεται. Εύχομαι να είμαστε η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ βάρβαρη γενιά του κόσμου που φεύγει…

    @ Omadeon 2

    Κενοτομίες, προσομειώσεις – δεν έχει σημασία… Οι σκέψεις μετράνε.

    @ Omadeon 3

    Φυσικά, και αυτο-ακυρώνεται τώρα πλέον. Αλλά κι εσύ αυτο-ακυρώνεσαι με τέτοιες τοποθετήσεις. Όταν ασχολείσαι στα σοβαρά με… ψυχαναλυτικού επιπέδου τοποθετήσεις για τις νεκροφιλικές αναλύσεις των νεκρόφιλων. Ή μήπως ο Φουκώ του αλλουνού ή ο δικός σου Λαινγκ δεν είναι από χρόνια νεκροί;;;

  25. 16/04/2007 στο 05:10

    E, και; Tι μας είπε ο καλός δημοσιογράφος; Kαι οι κρίνοντες – εμείς – κρινόμαστε. Δε με πειράζει αυτό. Kαι όπως διάβασα κάπου, κάθε μπλογκ δεν μπορεί να είναι εγκαλούμενο για υποσχέσεις που δεν έδωσε!

    Αντίθετα, μία εφημερίδα είναι πάντα εγκαλούμενη, και ο δημοσιογράφος που γράφει κάτω από τον τίτλο της κρίνεται πάντοτε. Eγώ θέλω πάντως να ξεκαθαρίσω πως θεωρώ τις εφημερίδες ακόμα και σε αυτή τη θέση που βρίσκονται σήμερα, πυλώνα της δημοκρατίας. Kαι παρά τη κρίση τους παρέχουν πληροφόρηση, πολύ πιο συντεταγμένα από ότι η τηλεόραση. Στα μπλογκ μας οι πιο πολλοί γράφουμε τακτικά, αλλά όχι κάθε μέρα. H εφημερίδα οφείλει να είναι εκεί, παρούσα, κάθε μέρα. Αυτό το αναγνωρίζω.

    Από την άλλη, τα μπλογκς και οι νέες τεχνολογίες είναι μία ακόμα ελπίδα δημοκρατίας. Που θα πάνε; Που θα πάμε εμείς; Θα το δούμε. Δεν έχει κριθεί ακόμα.

  26. 16/04/2007 στο 08:57

    Φυσικά και όλοι κρινόμαστε. Τίποτα, από όσα ανήκουν στη σφαίρα της δημόσιας ζωής, δεν είναι υπεράνω κριτικής. Και αυτό ισχύει και για τους μπλόγκερ και για τη δουλειά τους και για τους δημοσιογραφιάδες και για τις εφημερίδες. Αλλά μερικές φορές τα κίνητρα και οι αφορμές για «κριτική» είναι πολύ ταπεινά…

    Οι εφημερίδες πυλώνας της δημοκρατίας; Ποιας δημοκρατίας; Ας την λέμε φιλελεύθερη ολιγαρχία [Κ. Καστοριάδης] – τουλάχιστον όσο εξακολουθεί να είναι φιλελεύθερη. Οι εφημερίδες παρέχουν μια κάποια πληροφόρηση -κάτι που σαφέστατα δεν κάνει η τηλεόραση-, αλλά, σήμερα, είναι και όργανα επιχειρηματικών και πολιτικών συμφερόντων. Και ως τέτοια αυτοακυρώνονται ως μέσα ενημέρωσης σε μεγάλο βαθμό. Και τα παραδείγματα πάμπολλα.

    Τα μπλογκ είναι προϊόν μιας -ως επί το πλείστον- ατομικής προσπάθειας, οι εφημερίδες συλλογικής. Δεν νομίζω ότι συγκρίνονται. Ούτε κι ότι κάποτε τα μπλογκ θα αντικαταστήσουν τις εφημερίδες. Αλλά η εποχή που οι δημοσιογράφοι έγραφαν και δεν κρίνονταν [ή κρίνονταν με μια επιστολή που δημοσιευόταν μια εβδομάδα αργότερα] έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Σήμερα, μέσα σε ελάχιστες ώρες μπορεί η μπαλαφάρα του ενός δημοσιογράφου ή το αριστούργημα του άλλου να κάνει τον γύρο του κόσμου. Καλό είναι να το καταλάβουν και οι ίδιοι, και να μην «εξαπολύουν» επιθέσεις από δω κι από κει.

    Πιθανώς κανένας μας να μην πάει πουθενά. Πάντως, τα πρώτα δείγματα από τις εφημερίδες στην Ελλάδα, που βρίσκονται σε μια μεταβατική φάση, δεν είναι καθόλου αισιόδοξα για το πού ακριβώς πάνε [βλ. περιπτώσεις Καθημερινής, Ελεύθερου Τύπου, Ελευθεροτυπίας, Μπουγάτσου, Δελαστίκ κ.ο.κ.].

    Όσο για τους μπλόγκερ δεν χρειάζεται να πάνε πουθενά. Εδώ βρίσκονται και κρίνονται κάθε μέρα και κάθε λεπτό, και κρίνονται όχι από τους συμπλόγκερ ούτε από τους δημοσιογράφους αλλά από τους αναγνώστες τους… Και ο καθένας τους κρίνεται ατομικά. Κι αυτό κι αν είναι δείγμα δημοκρατίας…

  27. 16/04/2007 στο 09:06

    Και μία διαφορετική προσέγγιση στο θέμα του μπλόγκινγκ από εκείνη της Αμάντας Μιχαλοπούλου, από έναν άλλο δημοσιογράφο της ίδιας εφημερίδας, αλλά και γνώστη του θέματος, και μπλόγκερ, χθες:

    Νίκος Ξυδάκης: Blog me tender (the sequel)

  28. 18/04/2007 στο 03:16

    Το σημαντικότερο στα μπλογκ δεν είναι τα σχόλια που γίνονται [τα οποία πιθανώς σε δέκα χρόνια να προσομοιάζονται με τον καλύτερο τρόπο], αλλά τα σχόλια που ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ. [Περί αυτού περισσότερα προσεχώς]

    Πρέπει οι αναγνώστες να μπορούν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, χωρίς να διακόπτουν τη συζήτηση. Αν είχαν μία «μπάρα θετικής ή αρνητικής αντίδρασης» στη διάθεσή τους, αυτό θα είχε ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ επιπτώσεις! 🙂

    OLADIP!!! «On Line approval-disapproval interactive processing»?

  29. 18/04/2007 στο 10:06

    OLADIP!!! Εξαιρετική ιδέα. Θα μπορούσαν επίσης να μπορούν να καταγραφούν και άλλες αντιδράσεις πέραν της θετικής-αρνητικής. Με κλίμακες. Π.χ. Τι σας προκάλεσε αυτό το ποστ;

    Χαρά 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 Λύπη

  30. 30/10/2007 στο 17:43
    ΠΛΑΤΩΝ – Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ’ [ουδέν οίδα, αλλά μόνο εγώ τα ξέρω όλα, ο ξερόλας, του ξερόλα] ΣΩΚΡΑΤΗ {ενδεικτικά αποσπάσματα: ..δημόσια δεν τολμώ να ανεβώ στο βήμα και μιλώντας στο πλήθος να συμβουλεύσω την πόλη. (αυτός είναι ο πολυδιαφημισμένος «εκλεκτός» των απανταχού τυράννων;) Σε μένα λοιπόν αυτό άρχισε να υπάρχει από τότε που ήμουνα παιδί, είναι μια φωνή που ακούω, η οποία, όποτε την ακούω, πάντοτε με αποτρέπει από κάτι που πρόκειται να κάνω, και ποτέ δεν με προτρέπει σε τίποτα. Αυτή είναι που με εμποδίζει να ασχοληθώ με την πολιτική. Και μου φαίνεται ότι κάνει πάρα πολύ καλά που με εμποδίζει. (κάπως λέμε όποιον ακούει φωνές;) Εγώ λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, δεν κατέλαβα ποτέ κανένα άλλο αξίωμα στην πόλη, διετέλεσα όμως κάποτε βουλευτής και έτυχε να πρυτανεύει η δική μας η φυλή, η Αντιοχίς, τότε που εσείς, τους δέκα στρατηγούς που δεν μάζεψαν τους ναυαγούς μετά τη ναυμαχία, θέλατε να τους δικάσετε όλους μαζί, παράνομα [οι βουλευτές έκαναν απλά τις νομοθετικές προτάσεις στο λαό, τον μόνο νομοθέτη, που τότε έκρινε ότι οι μοχθηροί στρατηγοί – μαθητές του δόλια εγκατέλειψαν νικητές φτωχούς ναυαγούς θήτες για να πνιγούν, και μάλιστα με το πρόσχημα ότι είχε τρικυμία, ενώ δεν είχε για όσους διέταξαν να περισυλλέξουν τους ναυαγούς!]… Τότε, μόνος από όλους τους πρυτάνεις σας εναντιώθηκα, υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει να κάνετε τίποτα αντίθετο προς τους νόμους, και ψήφισα ενάντια στη θέλησή σας. Νομίζετε λοιπόν ότι θα είχα φτάσει σ’ αυτήν την ηλικία, αν είχα ασχοληθεί με την πολιτική και αν πράττοντας ως τίμιος άνθρωπος υποστήριζα το δίκαιο και αν, όπως πρέπει, φρόντιζα γι’ αυτό περισσότερο απ’ όλα; [ομολογεί συνεπώς ότι η ψευδεπίγραφη «αρετή» την οποία χρησιμοποιούσε, δεν αφορούσε το θάρρος και δίκαιο αλλά το μίσος του για τη δημοκρατική πλειοψηφία που δεν τον προσκύνησε ποτέ]}. ΟΙ ΟΜΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ «ΕΚΛΕΚΤΟΥ» ΣΩΚΡΑΤΗ Δεν ξέρω, άνδρες Αθηναίοι, αν οι κατήγοροί μου σας επηρέασαν. Γιατί κι εμένα, λίγο ακόμα και θα με έκαναν να ξεχάσω ποιος είμαι. Τόσο πειστικά μιλούσαν. Αν και, εδώ που τα λέμε, δεν είπαν τίποτα το αληθινό. Πιο μεγάλη εντύπωση όμως από όλα τα ψέματα που είπαν μου έκανε αυτό: που έλεγαν ότι πρέπει να με προσέχετε, για να μην σας εξαπατήσω επειδή είμαι τάχα δεινός ρήτορας. Αυτό μου φάνηκε το πιο αδιάντροπο ψέμα, γιατί είναι βέβαιο ότι θα διαψευσθούν ευθύς αμέσως έμπρακτα, καθώς θα αποδειχθεί ότι δεν είμαι τρομερός στο να μιλάω, εκτός αν αυτοί λένε δεινό ρήτορα όποιον λέει την αλήθεια. Αν λοιπόν θέλουν να πουν αυτό θα συμφωνούσα πως είμαι ρήτορας [πολύ σεμνός!], αλλά όχι με τον τρόπο το δικό τους. Έτσι λοιπόν σας λέω, αυτοί είπαν, ελάχιστα ή και καθόλου, την αλήθεια, εσείς όμως από εμένα θα την ακούσετε ολόκληρη [την αλήθεια για την επί δεκαετίες ανεμπόδιστη δηλητηρίαση των αρχομανών μαθητών του με το μίσος του;]. Όχι, μα το Δία, άνδρες Αθηναίοι με δημηγορίες σαν τις δικές τους, ούτε καλλωπισμένα λόγια με κομψές φράσεις και λέξεις. Αλλά θα ακούσετε τα σωστά λόγια, όπως μου έρθουν στο μυαλό, γιατί πιστεύω ότι είναι δίκαια όσα λέγω. Και κανείς σας να μην περιμένει τίποτε άλλο. Γιατί δεν είναι σωστό, άνδρες, σε αυτήν την ηλικία που βρίσκομαι, να έρθω σε σας πλάθοντας όμορφα λόγια σαν να ήμουν νεαρός. Και πρέπει να σας ζητήσω, άνδρες Αθηναίοι, μια χάρη από εσάς. Αν με ακούσετε να μιλάω με τα ίδια λόγια που έχω συνηθίσει να μιλάω και στην αγορά και στα τραπέζια [εννοεί τα νυχτερινά συνωμοτικά συμπόσια των ολιγαρχικών μαθητών του;], να μην απορήσετε και να μην θορυβηθείτε. Γιατί συμβαίνει αυτό: Αν και είμαι εβδομήντα χρονών για πρώτη φορά ανεβαίνω σε βήμα δικαστηρίου. Δεν ξέρω λοιπόν την τέχνη της γλώσσας που χρησιμοποιείτε εδώ. Έτσι λοιπόν, όπως εάν πραγματικά ήμουν ξένος θα μου συγχωρούσατε το ότι θα μίλαγα με τη γλώσσα και με τον τρόπο που θα είχα ανατραφεί, έτσι και τώρα αυτό ακριβώς σας ζητώ, γιατί αυτό είναι δίκαιο, να με αφήσετε να εκφραστώ με τον τρόπο που θέλω, ίσως ωραία, ίσως άσχημα, όμως εσείς τούτο να προσέχετε και να έχετε στο νου σας, αν μιλάω δίκαια ή όχι. Γιατί αυτή είναι του δικαστή η αρετή, του ρήτορα δε είναι να λέγει τα αληθινά. Πρώτα λοιπόν είναι σωστό να απολογηθώ, άνδρες Αθηναίοι, για τις παλιότερες κατηγορίες που είπαν για μένα άδικα οι πρώτοι μου κατήγοροι, και μετά για τις επόμενες και τους επόμενους κατηγόρους. Γιατί πολλοί κατήγοροί μου ήρθαν σε σας και στα περασμένα χρόνια, χωρίς να λένε τίποτα το αληθινό, και τους οποίους εγώ φοβάμαι περισσότερο παρά αυτούς που βρίσκονται τώρα γύρω από τον Άνυτο, αν και αυτοί εδώ είναι αρκετά επικίνδυνοι με τον τρόπο τους. Αλλά εκείνοι, οι παλιοί, είναι φοβερότεροι, άνδρες, οι οποίοι αφού παρέλαβαν πολλούς από εσάς από παιδιά ακόμη, σας έπειθαν και με κατηγορούσαν χωρίς να λένε καμιά αλήθεια, ότι τάχα υπάρχει κάποιος Σωκράτης, σοφός άνδρας, που ασχολείται με τα ουράνια φαινόμενα και έχει ψάξει όλα όσα βρίσκονται κάτω από τη γη, και κάνει τα άδικα λόγια να φαίνονται δίκαια. Αυτοί, άνδρες Αθηναίοι, που έχουν διαδώσει αυτή τη φήμη, αυτοί είναι οι πιο φοβεροί μου κατήγοροι. Γιατί όσοι τους ακούνε νομίζουν ότι αυτοί που αναζητούν αυτά τα πράγματα δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν θεοί. Έπειτα αυτοί οι κατήγοροι είναι πολλοί και με κατηγορούν επί πολλά χρόνια, και ακόμη αυτά τα έλεγαν σε σας όταν ήσασταν σε μια ηλικία που εύκολα τους πιστεύατε, επειδή πολλοί από εσάς ήσασταν παιδιά, και μάλιστα μερικοί μωρά. Και κατηγορούσαν έναν απόντα που δεν μπορούσε να απολογηθεί για καμιά κατηγορία. Το πιο παράλογο από όλα είναι ότι ούτε τα ονόματά τους δεν γνωρίζω να πω εκτός από κάποιον ποιητή κωμωδιών. Όσοι δε με έχουν διαβάλλει από φθόνο και σας έπειθαν, και όσοι έχοντας οι ίδιοι πεισθεί μετά έπειθαν κι άλλους, αυτοί είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπισθούν. Γιατί δεν μπορώ ούτε να φέρω εδώ κανέναν από αυτούς ούτε να τον ελέγξω αλλά πρέπει να απολογούμαι σαν να παλεύω με σκιές και να κάνω ερωτήσεις χωρίς να παίρνω απάντηση. Θεωρήστε λοιπόν κι εσείς, σαν δεδομενο, αυτό που λέω κι εγώ, ότι οι κατήγοροί μου είναι δυο ειδών, αυτοί που με κατηγόρησαν τώρα τελευταία, κι εκείνοι που με κατηγορούν από παλιά, για τους οποίους σας μίλησα πριν λίγο. Και να καταλάβετε ότι για εκείνους πρώτα πρέπει να απολογηθώ, γιατί κι εσείς εκείνους είχατε ακούσει πρώτα να με κατηγορούν, και μάλιστα για πολύ περισσότερο καιρό, απ’ ότι αυτοί εδώ οι πρόσφατοι. Ας είναι. Πρέπει λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, να απολογηθώ και να επιχειρήσω να εξαφανίσω την ψεύτικη κατηγορία που τόσο πολύ χρόνο ακούγατε για μένα, μέσα σε τόσο λίγο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου. Θα ήθελα λοιπόν να γίνει έτσι, αν το θεωρείτε σωστό και για σας και για μένα, και να απολογηθώ με επιτυχία. Ξέρω όμως ότι είναι δύσκολο και βλέπω αρκετά καλά γιατί. Ας γίνει όμως όπως θέλει ο θεός. Εγώ πρέπει να υπακούσω στο νόμο και να απολογηθώ. Ας εξετάσουμε λοιπόν από την αρχή ποια είναι η κατηγορία από την οποία ξεκίνησε η διαβολή εναντίον μου, στην οποία πιστεύοντας ο Μέλητος έκανε αυτή την καταγγελία. Ας δούμε τι έλεγαν οι κατήγοροί μου εκείνοι. Πρέπει λοιπόν, σαν να ήταν αληθινοί κατήγοροι, να σας διαβάσω το κατηγορητήριό τους. «Ο Σωκράτης είναι ένοχος και ερευνά ψάχνοντας αυτά που βρίσκονται κάτω από τη γη και στον ουρανό, επίσης κάνει τον άδικο λόγο να φαίνεται δίκαιος, και αυτά τα διδάσκει και σε άλλους». [αρχομανείς φίλοι του καταδίωξαν το δημοκρατικό Αναξαγόρα, γι΄ αυτό οι κατήγοροι χρησιμοποίησαν σαν σχετική υπενθύμιση πρώτα τα περί έρευνας, όμως εδώ πρόκειται για το περιαυτολογικό του «θείο» δαιμόνιο της μισόδημης τυραννίας]. Κάπως έτσι είναι. Γιατί αυτά βλέπετε και σεις οι ίδιοι στην κωμωδία του Αριστοφάνη, δηλαδή κάποιον Σωκράτη να περιφέρεται εκεί, να συζητά, να αεροβατεί και να φλυαρεί, πράγματα για τα οποία εγώ δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Και δεν τα λέω αυτά για να υποτιμήσω την επιστήμη αυτή, αν κάποιος είναι σοφός σε τέτοια ζητήματα – ούτε βέβαια για να αποφύγω αυτές τις κατηγορίες του Μελήτου – αλλά επειδή εγώ, άνδρες Αθηναίοι, δεν έχω καμιά σχέση με αυτά. Έχω για μάρτυρες τους περισσότερους από εσάς, και σας παρακαλώ να πληροφορήσετε ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν όσοι με άκουσαν ποτέ να συζητάω. Και υπάρχουν πολλοί ανάμεσά σας τέτοιοι. Πείτε λοιπόν μεταξύ σας, αν κανείς από σας με άκουσε να συζητάω ποτέ, έστω και για λίγο, γι’ αυτά τα θέματα. Και απ’ αυτό θα καταλάβετε ότι τέτοιου είδους είναι και τα άλλα που λέει για μένα ο κόσμος. Τίποτα όμως από αυτά δεν είναι αλήθεια ούτε και αυτό αν το ακούσατε είναι αληθινό, ότι δηλαδή εγώ εκπαιδεύω ανθρώπους και παίρνω χρήματα γι’ αυτή τη δουλειά [απλά παρασιτούσε στα πλούσια αρχομανόπαιδα!]. Παρόλο που και αυτό μου φαίνεται ότι είναι καλό, αν δηλαδή κάποιος είναι ικανός να εκπαιδεύσει ανθρώπους, όπως ο Γοργίας, ο Λεοντίνος και ο Πρόδικος ο Κείος και ο Ιππίας ο Ηλείος. Γιατί ο καθένας από αυτούς άνδρες Αθηναίοι, μπορεί, πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη, να πείθει τους νέους – οι οποίοι έχουν την δυνατότητα, χωρίς να πληρώσουν τίποτα να συναναστρέφονται οποιονδήποτε θέλουν από τους συμπολίτες τους – να αφήνουν τις παρέες τους για να συναναστρέφονται αυτούς, πληρώνοντας χρήματα, και να τους χρωστούν από πάνω και ευγνωμοσύνη. Επίσης υπάρχει κι ένας άλλος άνδρας σοφός εδώ, από την Πάρο καταγόμενος, που έμαθα ότι βρίσκεται στην πόλη μας. Έτυχε κάποτε να συναντήσω κάποιον άνθρωπο που έχει πληρώσει στους σοφιστές πολύ περισσότερα χρήματα από όσα όλοι οι άλλοι μαζί, τον Καλλία του Ιππονίκου. Τον ρώτησα λοιπόν – επειδή έχει και δυο γιους – : «Καλλία, αν αντί για τους δυο γιους σου είχες δυο πουλάρια ή δυο μοσχαράκια, δεν θα ήταν δύσκολο να βρούμε σε ποιον να τα εμπιστευτούμε και ποιον να μισθώσουμε για να μεγαλώσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Θα ήταν κάποιος εκπαιδευτής αλόγων ή κάποιος κτηματίας. Τώρα όμως που πρόκειται για ανθρώπους, σε ποιον πρόκειται να τους εμπιστευτείς; Ποιος είναι γνώστης αυτής της αρετής, που ταιριάζει στον άνθρωπο και στον πολίτη; Φαντάζομαι ότι θα έχεις σκεφτεί, αφού έχεις παιδιά. Υπάρχει κάποιος κατάλληλος ή όχι; – Και βέβαια, μου είπε. – Ποιος είναι, του είπα. Από πού κατάγεται; Και με πόσα χρήματα διδάσκει; – Ο Εύηνος, απάντησε, Σωκράτη, από την Πάρο, με πέντε μνες. Κι εγώ μακάρισα τον Εύηνο, αν όντως κατέχει αυτήν την τέχνη και διδάσκει τόσο καλά. Εγώ ο ίδιος θα υπερηφανευόμουν πολύ αν είχα δεξιότητες και γνώσεις τέτοιου είδους [τα αντίθετα δίδασκε ο ξερόλας, όπως ξαναλέει παρακάτω]. Αλλά δεν έχω, άνδρες Αθηναίοι. Θα με ρωτούσε ίσως κάποιος από σας: «Μα Σωκράτη, εσύ με τι ασχολείσαι; Πώς γεννήθηκαν αυτές οι κατηγορίες εναντίον σου; Γιατί βέβαια αν δεν σε απασχολούσαν πράγματα που δεν απασχολούν άλλους δεν θα δημιουργούσες τόση φήμη, ούτε θα γινόταν τόσος λόγος για σένα, αν δεν έκανες πράγματα που οι πολλοί δεν τα κάνουν. Πες μας λοιπόν τι είναι αυτό, για να μην υποθέτουμε εμείς διάφορα πράγματα για σένα». Μου φαίνεται ότι σωστά θα μιλούσε όποιος έλεγε αυτά, και θα προσπαθήσω κι εγώ να βρω τι είναι αυτό που δημιούργησε τη φήμη μου και τις εναντίον μου κατηγορίες. Ακούτε λοιπόν προσεκτικά. Ίσως φανεί σε μερικούς από εσάς ότι αστειεύομαι. Να ξέρετε καλά όμως ότι θα σας πω όλη την αλήθεια. Εγώ λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, απέκτησα αυτό το όνομα απ’ τη σοφία μου και μόνο. Και ποια είναι αυτή η σοφία; Αυτή που είναι, νομίζω, η ανθρώπινη σοφία. Πράγματι ίσως να την κατέχω αυτή τη σοφία [του μίσους]. Ενώ αυτοί, για τους οποίους μιλούσα πριν λίγο, είναι σοφοί με μια σοφία ανώτερη από την ανθρώπινη, αλλιώς δεν ξέρω τι να πω. Γιατί εγώ δεν τη γνωρίζω αυτή τη σοφία, τη δική τους, και όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο λέει ψέματα και το κάνει για να με διαβάλει. Και μην διαμαρτυρηθείτε με φωνές [άρα οι δικαστές είχαν βαρεθεί τις αερολογίες του], άνδρες Αθηναίοι, αν σας φανεί ότι σας λέω κάτι υπερβολικό. Γιατί δεν είναι δικά μου τα λόγια που θα πω αλλά κάποιου πολύ αξιόπιστου. Γιατί της δικής μου σοφίας, αν έχω κάποια σοφία, όποια κι αν είναι, θα παρουσιάσω για μάρτυρα τον θεό των Δελφών. Γνωρίζετε βέβαια τον Χαιρεφώντα. Αυτός ήταν παιδικός μου φίλος και ήταν και δικός σας φίλος [ΨΕΥΔΕΤΑΙ, ΩΣ ΣΥΝΗΘΩΣ, αφού ο φίλος του ήταν γνωστός ολιγαρχικός αρχομανής], του λαού, και είχε εξοριστεί τότε μαζί σας, και ξαναγύρισε μαζί σας εδώ. Και ξέρετε βέβαια τι χαρακτήρα είχε ο Χαιρεφώντας, πόσο υπερβολικός ήταν σε ό,τι έκανε [όπως:]. Κάποτε λοιπόν που πήγε στους Δελφούς, τόλμησε να ρωτήσει το μαντείο το εξής: – γι’ αυτό που θα πω μην βάλετε τις φωνές, άνδρες [άρα ο Χαιρεφώντας ήταν ξεφωνημένος ήδη] – ρώτησε λοιπόν αν υπάρχει κάποιος σοφότερος από μένα. Απάντησε τότε η Πυθία ότι κανένας δεν είναι σοφότερος [σε πανουργία κατά των ανθρώπων]. Και γι’ αυτά τα πράγματα είναι μάρτυρας αυτός εδώ, ο αδελφός του, γιατί εκείνος έχει πεθάνει. Προσέξτε τώρα γιατί σας τα λέω αυτά. Γιατί πρόκειται να σας εξηγήσω πώς γεννήθηκε η ψεύτικη κατηγορία εναντίον μου. Όταν τα άκουσα λοιπόν αυτά, σκέφτηκα έτσι: «Τι είναι αυτά που λέει ο θεός και τι να εννοεί; Γιατί εγώ ξέρω πως δεν είμαι καθόλου σοφός. Τι λέει λοιπόν πως είμαι πιο σοφός απ’ όλους; Δεν μπορεί βέβαια να λέει ψέματα [αλλοπρό-σαλος]. Δεν είναι δυνατόν αυτό». Και για πολύν καιρό απορούσα τι ήθελε να πει. Πολύ αργότερα άρχισα να εξετάζω το ζήτημα με τον τρόπο που θα σας πω. Πήγα σε κάποιον απ’ αυτούς που θεωρούνται σοφοί, γιατί ίσως εκεί θα μπορούσα να ελέγξω το μαντείο και να πω στον χρησμό: «Αυτός εδώ είναι σοφότερος από μένα, ενώ εσύ είπες ότι εγώ είμαι». Εξετάζοντάς τον λοιπόν σε βάθος αυτόν – δεν χρειάζεται να πω το όνομά του, – ήταν κάποιος από τους πολιτικούς – εξετάζοντάς τον λοιπόν και συζητώντας μαζί του, έπαθα το εξής, άνδρες Αθηναίοι: μου φάνηκε ότι αυτός ο άνδρας φαινόταν σοφός και σε πολλούς άλλους ανθρώπους και προπαντός στον εαυτό του, ενώ δεν ήταν. Και έπειτα προσπαθούσα να του αποδείξω ότι νόμιζε πως ήταν σοφός, ενώ δεν ήταν. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως με αντιπάθησε και αυτός και πολλοί από τους παρόντες. Εγώ λοιπόν καθώς έφευγα σκεφτόμουν ότι: «Απ’ αυτόν τον άνθρωπο εγώ είμαι σοφότερος. Γιατί, όπως φαίνεται, κανένας από τους δύο μας δεν γνωρίζει τίποτα σπουδαίο. Όμως αυτός νομίζει ότι γνωρίζει ενώ δεν γνωρίζει. Ενώ εγώ δεν γνωρίζω βέβαια τίποτα, αλλά ούτε και νομίζω ότι γνωρίζω. Φαίνεται ότι από εκείνον, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, είμαι λίγο σοφότερος, γιατί εκείνα που δεν γνωρίζω δεν νομίζω ότι τα γνωρίζω. Μετά πήγα σε κάποιον άλλον, από εκείνους που θεωρούνται σοφότεροι απ’ αυτόν, και κατάλαβα ότι συμβαίνει και μ’ αυτόν ακριβώς το ίδιο. Έτσι με αντιπάθησε κι εκείνος και πολλοί άλλοι. Μετά απ’ αυτά συνέχισα να πηγαίνω και σε άλλους, παρ’ όλο που ένιωθα – και λυπόμουν και φοβόμουν – πως γινόμουν μισητός, ωστόσο μου φαινόταν ότι ήταν αναγκαίο να προτιμήσω να ερευνήσω τα λόγια του θεού. Έπρεπε λοιπόν να πάω, εξετάζοντας τι θέλει να πει ο χρησμός, σε όλους που θεωρούνταν ότι γνωρίζουν κάτι. Και μα τον κύνα, άνδρες Αθηναίοι, – γιατί πρέπει να σας πω την αλήθεια – να τι μου συνέβη: Οι πιο φημισμένοι μου φάνηκαν να ξέρουν σχεδόν τα λιγότερα, όταν τους εξέταζα σύμφωνα με τα λόγια του θεού, ενώ άλλοι, που φαίνονταν κατώτεροι, ήταν πιο συνετοί άνδρες. Πρέπει λοιπόν αυτή την περιπλάνησή μου να σας τη διηγηθώ, σαν άθλους που κατόρθωσα να πραγματοποιήσω, για να μην αφήσω ανεπιβεβαίωτο το χρησμό. Μετά λοιπόν από τους πολιτικούς, πήγα στους ποιητές, κι εκείνους των τραγωδιών κι εκείνους των διθυράμβων και τους άλλους, με σκοπό να πιάσω εδώ τον εαυτό μου να είμαι αμαθέστερος απ’ αυτούς. Φέρνοντας λοιπόν μαζί μου εκείνα από τα ποιήματά τους που μου φαινόταν ότι τα έχουν δουλέψει περισσότερο, τους ζητούσα να μου εξηγήσουν τι λένε, για να μάθω ταυτόχρονα και κάτι απ’ αυτούς. Ντρέπομαι λοιπόν να σας πω, άνδρες, την αλήθεια. Πρέπει όμως να σας την πω. Με λίγα λόγια, σχεδόν όλοι όσοι είναι παρόντες θα μπορούσαν να μιλήσουν καλύτερα για τα έργα τους απ’ αυτούς τους ίδιους. Δεν άργησα να αντιληφθώ ότι και για τους ποιητές ισχύει αυτό εδώ, ότι δηλαδή δεν δημιουργούν με τη σοφία, αλλά με κάποιο φυσικό χάρισμα, με κάποια έμπνευση ανάλογη μ’ εκείνη των μάντεων και των χρησμωδών. Γιατί πράγματι αυτοί λένε πολλά και καλά, αλλά δεν γνωρίζουν τίποτα γι’ αυτά που λένε. Αυτό μου φαίνεται ότι έχουν πάθει και οι ποιητές. Και ταυτόχρονα κατάλαβα ότι εξαιτίας του ποιητικού τους ταλέντου νομίζουν ότι και στα άλλα είναι οι πιο σοφοί από τους ανθρώπους, ενώ δεν είναι. Έφυγα λοιπόν και από εκεί με τη σκέψη ότι έχω το ίδιο πλεονέκτημα απέναντί τους, όπως και με τους πολιτικούς. Στο τέλος πήγα στους χειροτέχνες. Γιατί ήξερα ότι εγώ δεν γνωρίζω τίποτα, ήξερα όμως ότι αυτούς θα τους εύρισκα να γνωρίζουν πολλά και καλά. Και σ’ αυτό δεν διαψεύστηκα, γιατί γνώριζαν αυτά που εγώ δεν γνώριζα και ως προς αυτά ήταν σοφότεροι από εμένα. Αλλά, άνδρες Αθηναίοι, μου φάνηκαν να έχουν το ίδιο ελάττωμα με τους ποιητές και οι καλοί καλλιτέχνες. Επειδή ασκούσε καλά την τέχνη του ο καθένας απ’ αυτούς, νόμιζε ότι και στα άλλα είναι πάρα πολύ σοφός, και αυτό το σφάλμα τους σκίαζε κι εκείνη τη σοφία που πράγματι κατείχαν. Έτσι λοιπόν κατέληξα να αναρωτιέμαι – για να δικαιώσω το χρησμό – τι από τα δύο θα προτιμούσα, να είμαι όπως είμαι, δηλαδή να μην είμαι ούτε σοφός με τη δικιά τους σοφία αλλά ούτε και αμαθής με τη δικιά τους αμάθεια, ή να είμαι και σοφός και αμαθής όπως εκείνοι. Απαντούσα λοιπόν και στον εαυτό μου και στον χρησμό ότι είναι καλύτερα να είμαι όπως είμαι. Από αυτήν τη συνήθεια, άνδρες Αθηναίοι, γεννήθηκαν πολλές έχθρες εναντίον μου και μάλιστα τόσο δυσάρεστες και βαριές, ώστε να γεννηθούν απ’ αυτές πολλές συκοφαντίες και να μου βγει η φήμη ότι είμαι σοφός. Γιατί κάθε φορά που αποδεικνύω την άγνοια κάποιου, νομίζουν οι παρόντες ότι είμαι σοφός σ’ αυτά που εκείνος δεν γνωρίζει. Όπως φαίνεται όμως, άνδρες, ο θεός μόνο είναι πράγματι σοφός και μ’ αυτόν το χρησμό αυτό λέει, ότι η ανθρώπινη σοφία έχει μικρή αξία, ίσως και καμία. Και πιθανόν να υποδεικνύει τον Σωκράτη, και να χρησιμοποιεί το όνομά μου φέροντάς με για παράδειγμα, σα να ήθελε να πει: «Εκείνος από σας είναι, άνθρωποι, ο σοφότερος που, σαν το Σωκράτη, γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι διόλου σοφός». Όλα αυτά λοιπόν εγώ ακόμα και τώρα τα στριφογυρίζω στο μυαλό μου, τα εξετάζω και τα ερευνώ, ακολουθώντας τα λόγια του θεού, κάθε φορά που νομίσω ότι κάποιος είναι σοφός, είτε συμπολίτης μας είτε ξένος. Και όταν έχω την αίσθηση ότι δεν είναι σοφός, βοηθώ τον θεό αποδεικνύοντάς το. Έτσι, όντας απασχολημένος μ’ αυτό το έργο δεν ευκαιρώ ούτε για την πόλη να κάνω τίποτα αξιόλογο ούτε για την οικογένειά μου, αλλά βρίσκομαι σε φοβερή φτώχεια υπηρετώντας το θεό. Εκτός από αυτά όμως οι νέοι που με ακολουθούν με τη θέλησή τους – και είναι εκείνοι που έχουν τον περισσότερο χρόνο διαθέσιμο, οι πιο πλούσιοι – ευχαριστιούνται να με ακούνε να εξετάζω τους ανθρώπους και πολλές φορές με μιμούνται κι αυτοί. Προσπαθούν έπειτα, να εξετάσουν και οι ίδιοι, άλλους. Και βρίσκουν, όπως φαίνεται, μεγάλη αφθονία από ανθρώπους που νομίζουν ότι γνωρίζουν κάτι, ενώ λίγα πράγματα μόνο γνωρίζουν ή ακόμα και τίποτα. Τότε όσοι εξετάζονται εξοργίζονται με εμένα αλλά όχι μ’ εκείνους. Λένε μάλιστα ότι υπάρχει κάποιος άθλιος Σωκράτης που διαφθείρει τους νέους. Και όταν τους ρωτάει κανείς τι κάνει και τι διδάσκει για να πετυχαίνει κάτι τέτοιο, δεν έχουν τι να απαντήσουν γιατί δεν το ξέρουν(ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΠΑΡΟΤΡΥΝΕ ΚΑΙ ΕΚΑΝΑΝ ΤΗΝ ΑΙΜΟΒΟΡΑ ΤΥΡΑΝΝΙΑ…). Για να μη φανεί όμως ότι δεν έχουν τι να πουν, λένε ό,τι έχουν πρόχειρο εναντίον των φιλοσόφων γενικώς, «πως ερευνά ό,τι συμβαίνει στον ουρανό και κάτω από τη γη», «ότι δεν πιστεύει σους θεούς» και «ότι κάνει αυτό που είναι λάθος να φαίνεται για σωστό». Γιατί την αλήθεια νομίζω, δεν θα ήθελαν να πουν, ότι δηλαδή προσποιούνται ότι γνωρίζουν, ενώ τίποτα δεν γνωρίζουν. Καθώς είναι λοιπόν φιλόδοξοι και φανατικοί και πολλοί, και μιλάνε όλοι μαζί και πειστικά για μένα, έχουν γεμίσει τα αυτιά σας και από παλιά και τώρα συκοφαντώντας με άγρια. Απ’ αυτούς είναι και ο Μέλητος και ο Άνυτος και ο Λύκων που μου επιτέθηκαν, ο Μέλητος οργιζόμενος για λογαριασμό των ποιητών, ο Άνυτος υπερασπιζόμενος τους πολιτικούς και ο Λύκων τους ρήτορες. Ώστε, όπως έλεγα στην αρχή, θα απορούσα αν κατόρθωνα να βγάλω από το μυαλό σας σε τόσο λίγο χρόνο αυτές τις συκοφαντίες που έχουν συσσωρευτεί. Αυτή είναι, άνδρες Αθηναίοι, η αλήθεια, και σας τη λέω χωρίς να σας κρύψω τίποτα απολύτως και χωρίς να παραποιήσω τίποτα. Παρ’ όλο που ξέρω ότι για τον ίδιο λόγο σας γίνομαι μισητός. Αυτό άλλωστε είναι απόδειξη ότι λέω την αλήθεια και ότι από εδώ ξεκινούν οι συκοφαντίες και ότι αυτές είναι οι αιτίες τους. Και είτε τώρα είτε άλλοτε να εξετάσετε αυτά, θα βρείτε ότι έτσι είναι. Για όσα λοιπόν με κατηγορούσαν οι πρώτοι μου κατήγοροι, αρκεί για σας αυτή μου η απολογία. Στον Μέλητο τώρα, τον καλό και αφοσιωμένο στην πόλη, όπως λένε, και στους πρόσφατους κατηγόρους μου, θα προσπαθήσω να απολογηθώ. Πάλι λοιπόν, επειδή πρόκειται για διαφορετικούς κατηγόρους, ας ακούσουμε το κατηγορητήριό τους. Λέει λοιπόν περίπου τα εξής: Λένε ότι ο Σωκράτης είναι ένοχος επειδή διαφθείρει τους νέους και δεν πιστεύει στους θεούς της πόλης, αλλά σε άλλες καινούργιες θεότητες. Αυτή λοιπόν είναι η κατηγορία. Ας την εξετάσουμε λεπτομερώς. Λέει λοιπόν ότι είμαι ένοχος επειδή διαφθείρω τους νέους. Εγώ όμως, λέω, άνδρες Αθηναίοι, ότι είναι ένοχος ο Μέλητος, επειδή αστειεύεται σοβαρά, σέρνοντας με μεγάλη επιπολαιότητα ανθρώπους στα δικαστήρια, προσποιούμενος ότι ενδιαφέρεται και φροντίζει για πράγματα για τα οποία ποτέ δε νοιάστηκε. Και θα προσπαθήσω να σας αποδείξω ότι πράγματι έτσι είναι. Έλα λοιπόν, Μέλητε, και πες μας: Υπάρχει τίποτα άλλο που να σε ενδιαφέρει πιο πολύ από τη βελτίωση των νέων; – Όχι βέβαια. Έλα λοιπόν, πες σ’ αυτούς εδώ, ποιος τους κάνει καλύτερους; Γιατί είναι φανερό ότι το ξέρεις, αφού ενδιαφέρεσαι. Έχοντας βρει εκείνον που τους διαφθείρει, όπως λες, με φέρνεις εδώ ενώπιον των δικαστών και με κατηγορείς. Έλα, πες μας τώρα, ποιος τους κάνει καλύτερους. Φανέρωσέ τον σ’ όσους μας ακούν. Βλέπεις, Μέλητε, ότι σιωπάς, ότι δεν έχεις τι να πεις; Δεν νομίζεις ότι η σιωπή σου είναι ντροπή, ότι αποτελεί αρκετή απόδειξη για τον ισχυρισμό μου, ότι δε νοιάζεσαι καθόλου γι’ αυτό το ζήτημα; Αλλά πες μας, φίλε μου, ποιος κάνει τους νέους καλύτερους; – Οι νόμοι. – Μα δεν ρωτάω αυτό, αγαπητέ μου, αλλά ποιος άνθρωπος, ο οποίος βέβαια θα έχει πρώτα μάθει και τους νόμους. – Αυτοί, Σωκράτη, οι δικαστές. – Τι λες, Μέλητε; Αυτοί εδώ είναι ικανοί να μορφώνουν τους νέους και να τους κάνουν καλύτερους; – Ασφαλώς. – Όλοι γενικά ή μόνο μερικοί απ’ αυτούς; – Όλοι γενικά. – Καλά τα λες, μα την Ήρα. Μεγάλη έχουμε αφθονία από ωφέλιμους ανθρώπους. Και αυτοί εδώ οι ακροατές τους κάνουν καλύτερους ή όχι; – Και αυτοί. – Και οι βουλευτές; – Και οι βουλευτές. – Μήπως τότε, Μέλητε, τα μέλη της εκκλησίας του δήμου, οι εκκλησιαστές, διαφθείρουν τους νεότερους; Ή κι εκείνοι, όλοι γενικά, τους κάνουν καλύτερους; – Κι εκείνοι. – Όλοι λοιπόν, όπως φαίνεται, οι Αθηναίοι τους κάνουν καλούς και άξιους εκτός από μένα, και μόνον εγώ τους διαφθείρω. Έτσι λες; – Έτσι ακριβώς. – Πόσο δυστυχισμένο με θεωρείς! Απάντησέ μου όμως: νομίζεις ότι και με τα άλογα συμβαίνει το ίδιο ; Όλοι οι άνθρωποι μπορούν να τα κάνουν καλύτερα, και μόνο ένας είναι που τα χαλάει; Ή συμβαίνει εντελώς το αντίθετο, και μόνο ένας μπορεί να τα κάνει καλύτερα, ή πολύ λίγοι μόνο, οι ιπποκόμοι; Ενώ οι άλλοι, οι πολλοί, όταν ασχολούνται με άλογα και τα χρησιμοποιούν, τα χαλάνε; Δεν ισχύει αυτό, Μέλητε, και για τα άλογα και για όλα τα άλλα ζώα; Ισχύει, είτε το παραδεχτείτε εσύ κι ο Άνυτος είτε όχι. Θα ήταν λοιπόν πολύ ευτυχισμένοι οι νέοι αν ένας μόνο τους διέφθειρε και όλοι οι άλλοι τους ωφελούσαν. Αλλά όμως, Μέλητε, είναι ολοφάνερο πως ποτέ δεν φρόντισες για τους νέους και απέδειξες καθαρά την αμέλειά σου, ότι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκες για τα πράγματα για τα οποία με κατηγορείς. Πες μας ακόμα, στο όνομα του Δία, Μέλητε, τι είναι καλύτερο, να ζεις ανάμεσα σε καλούς πολίτες ή σε κακούς; Έλα φίλε μου, απάντησε. Δεν σε ρωτάω τίποτα δύσκολο. Οι κακοί δεν βλάπτουν πάντοτε εκείνους που βρίσκονται κοντά τους, και οι καλοί δεν τους ωφελούν; – Ασφαλώς. – Υπάρχει λοιπόν κανένας που θα ήθελε να βλάπτεται από τους δικούς του, και όχι να ωφελείται; Απάντησε, αγαπητέ μου. Ο νόμος προστάζει να απαντήσεις. Υπάρχει κανένας που θα ήθελε να βλάπτεται; – Όχι βέβαια. – Έλα λοιπόν, πες μας, με κατηγορείς εδώ ότι διαφθείρω τους νέους και τους κάνω κακούς; Γίνεται αυτό με τη θέλησή μου ή χωρίς τη θέλησή μου; – Με τη θέλησή σου βέβαια. – Τι είναι αυτά που λες, Μέλητε; Είσαι τόσο σοφότερος εσύ από μένα, παρ’ όλο που είσαι τόσο νεότερός μου, ώστε ενώ ξέρεις ότι οι κακοί βλάπτουν πάντοτε εκείνους που βρίσκονται κοντά τους και οι καλοί τους ωφελούν, λες ότι εγώ έχω φτάσει σε τέτοιο σημείο αμάθειας που με το να μην με ενδιαφέρει αν κάνω κάποιον από τους γύρω μου να γίνει κακός, μπαίνω κι εγώ ο ίδιος στον κίνδυνο να μου κάνει κάτι κακό; Και αυτό το τόσο μεγάλο κακό το κάνω, όπως λες, με τη θέλησή μου; Δεν με πείθεις γι’ αυτό, Μέλητε, και θαρρώ πως κανέναν άλλον δεν πείθεις. Αλλά ή δεν τους διαφθείρω, ή, αν τους διαφθείρω, το κάνω χωρίς να το θέλω. Πάντως εσύ και στις δύο περιπτώσεις λες ψέματα. Αν όμως τους διαφθείρω χωρίς τη θέλησή μου, για τέτοια αθέλητα σφάλματα ο νόμος δεν ορίζει να με φέρεις στο δικαστήριο, αλλά να με πάρεις ιδιαιτέρως, και να με συμβουλεύσεις και να με νουθετήσεις. Γιατί είναι φανερό ότι, αφού το καταλάβω, θα πάψω να κάνω ό,τι έκανα ακούσια. Εσύ όμως απέφυγες να το κάνεις αυτό και δεν θέλησες να έρθεις να με βρεις και να με νουθετήσεις. Και με φέρνεις σ’ αυτό το δικαστήριο, όπου ο νόμος ορίζει να φέρνουν εκείνους που χρειάζονται τιμωρία και όχι εκείνους που χρειάζονται νουθεσία. Αλλά, άνδρες Αθηναίοι, είναι πια φανερό εκείνο που ήδη έλεγα, ότι δηλαδή ο Μέλητος δε νοιάστηκε ποτέ στο ελάχιστο γι’ αυτά. Όμως πες μας: Με ποιον τρόπο Μέλητε, λες ότι διαφθείρω τους νεότερους; Όπως φαίνεται και από την καταγγελία σου, διδάσκοντάς τους να μην πιστεύουν στους θεούς που πιστεύει η πόλη, αλλά σε άλλους καινούργιους δαίμονες; Δεν λες ότι διδάσκοντας αυτά τους διαφθείρω; – Ακριβώς αυτά λέω. – Στο όνομα λοιπόν αυτών των θεών για τους οποίους γίνεται τώρα λόγος, Μέλητε, εξήγησέ μας με μεγαλύτερη σαφήνεια και σε μένα και σ’ αυτούς εδώ τους άνδρες, γιατί εγώ δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς θέλεις να πεις. Λες ότι διδάσκω να πιστεύουν ότι υπάρχουν μερικοί θεοί – άρα και εγώ πιστεύω ότι υπάρχουν θεοί και δεν είμαι εντελώς άθεος και δεν μπορώ να κατηγορηθώ γι’ αυτό – αλλά ότι δεν είναι αυτοί της πόλης, αλλά άλλοι, και γι’ αυτό ακριβώς με κατηγορείς, επειδή είναι άλλοι; Ή ισχυρίζεσαι ότι δεν έχω πίστη στους θεούς, πράγμα που διδάσκω και στους άλλους; – Ακριβώς, λέω ότι δεν πιστεύεις καθόλου στους θεούς. – Καλέ μου Μέλητε, πως τα λες αυτά; Δεν πιστεύω λοιπόν ούτε για τον ήλιο ούτε για τη σελήνη ότι είναι θεοί, όπως οι άλλοι άνθρωποι; – Μα τον Δία, άνδρες δικαστές, για τον ήλιο λεει ότι είναι πέτρα και για τη σελήνη ότι είναι γη. – Τον Αναξαγόρα νομίζεις ότι κατηγορείς, αγαπητέ μου Μέλητε. Και τόσο μικρή ιδέα έχεις γι’ αυτούς εδώ, τους θεωρείς τόσο αγράμματους, ώστε να μη γνωρίζουν ότι τα βιβλία του Αναξαγόρα του Κλαζομένιου είναι γεμάτα από τέτοια λόγια; Από εμένα θα τα μάθαιναν αυτά οι νέοι, ενώ θα μπορούσαν, όποτε ήθελαν, να αγοράσουν τα βιβλία αυτά από την ορχήστρα του θεάτρου με μια δραχμή, και να κοροϊδεύουν το Σωκράτη, αν υποστηρίζει ότι είναι δικά του, πράγματα μάλιστα τόσο περίεργα. Αλλά, στο όνομα του Δία, έτσι σου φαίνομαι; Ότι δεν πιστεύω σε κανένα θεό; – Όχι, μα το Δία, σε κανέναν απολύτως. – Ούτε τον εαυτό σου, Μέλητε, μου φαίνεται ότι δεν πιστεύεις πια. Αυτός εδώ μου φαίνεται, άνδρες Αθηναίοι, ότι σας περιφρονεί πολύ και ότι είναι τελείως αναίσχυντος, και ότι έκανε αυτή την καταγγελία από αλαζονεία και αναισχυντία και νεανική επιπολαιότητα. Φαίνεται σα να έχει φτιάξει ένα γρίφο για να με δοκιμάσει: «Θα καταλάβει άραγε ο Σωκράτης ο σοφός ότι αστειεύομαι και ότι αντιφάσκω ή θα τον εξαπατήσω και αυτόν και τους άλλους που με ακούνε;» Γιατί νομίζω πως είναι φανερό ότι ο ίδιος αντιφάσκει στην καταγγελία του και είναι σαν να έλεγε: «Ο Σωκράτης είναι ένοχος επειδή δεν πιστεύει στους θεούς, πιστεύοντας όμως στους θεούς». Μα είναι αστείο. Εξετάστε κι εσείς μαζί μου, άνδρες, πως αντιλαμβάνομαι αυτά που λέει. Κι εσύ απάντησέ μας, Μέλητε. Όσο για σας, θυμηθείτε αυτό που σας ζήτησα από την αρχή, και μη διαμαρτύρεσθε όταν μιλάω με το συνηθισμένο μου τρόπο. Είναι κανένας, Μέλητε, από τους ανθρώπους που να πιστεύει ότι υπάρχουν ανθρώπινα πράγματα και να μην πιστεύει ότι υπάρχουν άνθρωποι; Ας μου απαντήσει, άνδρες, και ας μη διαμαρτύρεται λέγοντας άλλα αντί άλλων. Είναι κανένας που να μην πιστεύει ότι υπάρχουν άλογα, αλλά να πιστεύει ότι υπάρχει ιππασία; Ή που ενώ δεν πιστεύει ότι υπάρχουν αυλητές, πιστεύει ότι υπάρχει αυλητική τέχνη; Δεν είναι δυνατόν αυτό, φίλε μου. Κι αν εσύ δεν θέλεις να απαντήσεις, στο λέω εγώ, και σ’ εσένα και σ’ αυτούς εδώ. Απάντησέ μου όμως τουλάχιστον σ’ αυτό που σε ρωτάω τώρα: είναι κανείς που να πιστεύει στη δύναμη των θεοτήτων και να μην πιστεύει ότι υπάρχουν θεότητες; – Δεν είναι δυνατόν αυτό. – Με βοηθάς απαντώντας έτσι, έστω και με το ζόρι, επειδή αναγκάζεσαι απ’ αυτούς εδώ να το κάνεις. Λες λοιπόν ότι και πιστεύω στη δύναμη των θεοτήτων, και διδάσκω ότι υπάρχουν, είτε πρόκειται για καινούργιες είτε για παλιες, αλλά πάντως πιστεύω στη δύναμη των θεοτήτων, σύμφωνα με τα λόγια σου, και μάλιστα αυτό το αναφέρεις και στην ένορκη καταγγελία σου. Αλλά αν πιστεύω στη δύναμή τους, είναι απολύτως αναγκαίο να πιστεύω ότι υπάρχουν θεότητες. Δεν είναι έτσι; Ασφαλώς. Σε βάζω να συμφωνείς μαζί μου, επειδή δεν απαντάς. Τις θεότητες λοιπόν δεν τις θεωρούμε είτε θεούς είτε παιδιά των θεών; Συμφωνείς ή όχι; – Βέβαια. – Αν λοιπόν πιστεύω στις θεότητες, όπως λες εσύ, αν μεν είναι κάποιοι θεοί οι δαίμονες, τότε δεν ισχύει ο ισχυρισμός μου, ότι μιλάς με γρίφους και μας κοροϊδεύεις; Γιατί λες ότι εγώ δεν πιστεύω στους θεούς αλλά ταυτόχρονα και ότι πιστεύω, εφόσον πιστεύω στις θεότητες. Αν πάλι οι θεότητες είναι παιδιά θεών, είτε νόθα είτε από νύμφες είτε από άλλες μητέρες, όπως λένε, ποιος από τους ανθρώπους θα πίστευε ότι ενώ υπάρχουν παιδιά των θεών, δεν υπάρχουν θεοί; Το ίδιο παράλογο θα ήταν να πίστευε κανείς ότι υπάρχουν παιδιά των αλόγων και των γαϊδουριών, τα μουλάρια, αλλά να μην πίστευε ότι υπάρχουν άλογα και γαϊδούρια. Όχι, Μέλητε, δεν είναι δυνατόν να τα έγραψες αυτά στην καταγγελία σου για άλλο λόγο παρά μόνο γιατί δεν έβρισκες κανένα αληθινό αδίκημα για να με κατηγορήσεις. Αλλά δεν υπάρχει κανένας τρόπος να πείσεις κάποιον άνθρωπο, ακόμα κι αν έχει ελάχιστη νοημοσύνη, ότι μπορεί κάποιος που πιστεύει στη δύναμη των θεοτήτων να μην πιστεύει στη δύναμη των θεών, ή το αντίθετο, ότι μπορεί κάποιος που δεν πιστεύει σε θεότητες να πιστεύει είτε στους θεούς είτε στους ήρωες. Αλλά, άνδρες Αθηναίοι, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να αποδείξω με περισσότερα επιχειρήματα ότι δεν ευσταθεί η κατηγορία του Μέλητου. Αρκούν αυτά που είπα. Εκείνο όμως που έλεγα προηγουμένως, ότι προκάλεσα τη μεγάλη εχθρότητα πολλών ανθρώπων, είναι απολύτως αληθινό. Και αυτό είναι που θα με καταστρέψει, αν με καταστρέψει: δεν θα είναι ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος, αλλά οι συκοφαντίες και ο φθόνος των πολλών. Αυτά στ’ αλήθεια κατέστρεψαν και νομίζω θα καταστρέψουν στο μέλλον πολλούς άλλους δίκαιους ανθρώπους. Γιατί δεν πιστεύω ότι θα σταματήσει σ’ εμένα το κακό. Θα μπορούσε όμως να πει κανείς: «Δεν ντρέπεσαι, Σωκράτη, που έχεις κάνει τέτοια πράγματα ώστε τώρα να κινδυνεύεις να πεθάνεις;» Κι εγώ τότε θα του έδινα τη σωστή απάντηση, λέγοντας ότι: «Κάνεις λάθος, άνθρωπε, αν νομίζεις πως ένας άνδρας που θέλει να ωφελήσει έστω και λίγο τους άλλους πρέπει να υπολογίζει τον κίνδυνο αν θα ζήσει ή αν θα πεθάνει. Ενώ το μόνο που πρέπει να σκέφτεται, όταν ενεργεί, είναι αν ενεργεί δίκαια ή άδικα και αν η συμπεριφορά του είναι καλού ή κακού ανθρώπου. Γιατί τότε θα ήταν ανάξιοι, σύμφωνα με τα λεγόμενά σου, όσοι από τους ημίθεους σκοτώθηκαν στην Τροία, και όλοι οι άλλοι, και ο γιος της Θέτιδας. Αυτός τόσο πολύ περιφρονούσε τον κίνδυνο, μπροστά στο ενδεχόμενο να ντροπιαστεί, ώστε, όταν του είπε η μητέρα του, που ήταν θεά, τότε που ήθελε να σκοτώσει τον Έκτορα, τα εξής παρακάτω – αν θυμάμαι καλά – λόγια: «Παιδί μου, αν εκδικηθείς το φόνο του φίλου σου του Πατρόκλου και σκοτώσεις τον Έκτορα, θα πεθάνεις κι εσύ. Γιατί αμέσως μετά τον Έκτορα θα έρθει και το δικό σου τέλος», εκείνος – ενώ τα άκουσε αυτά – αδιαφόρησε για τον θάνατο και τον κίνδυνο, και πιο πολύ φοβήθηκε να ζήσει σαν δειλός που εκδίκηση δεν παίρνει για τους φίλους του. «Ας πεθάνω αμέσως, είπε, φτάνει να τιμωρήσω εκείνον που έφταιξε και να μη μένω πια εδώ ντροπιασμένος, κοντά στα καμπυλόπρυμνα καράβια, βάρος της γης». Νομίζεις ότι νοιάστηκε αυτός για τον θάνατο και τον κίνδυνο; Και πράγματι, άνδρες Αθηναίοι, έτσι είναι. Εκεί που θα ταχθεί κανείς, είτε από μόνος του, επειδή πιστεύει ότι πράττει το καλύτερο, είτε από κάποιον άρχοντα, εκεί οφείλει, θαρρώ, να παραμείνει, διακινδυνεύοντας και χωρίς να λογαριάζει ούτε θάνατο ούτε τίποτα άλλο, μπροστά στην ατίμωση. Θα είχα λοιπόν κάνει πολύ άσχημα, άνδρες Αθηναίοι, αν όταν με διέταξαν οι άρχοντες που εσείς εκλέξατε, να πολεμήσω στην Ποτίδαια, στην Αμφίπολη, στο Δήλιο, έμενα τότε στο καθήκον που μου όριζαν, όπως και οι άλλοι, και έβαζα σε κίνδυνο τη ζωή μου, και όταν μου όριζε ο θεός – κατά τη δική μου πάντα αντίληψη – ότι πρέπει να ζω φιλοσοφώντας και εξετάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους, να φοβόμουν είτε το θάνατο είτε οτιδήποτε άλλο, και να εγκατέλειπα τη θέση μου. Θα ήταν φοβερό, και πράγματι τότε θα ήταν δίκαιο να με φέρει κανείς στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι δεν πιστεύω στους θεούς και ότι δεν υπακούω στον χρησμό, και ότι φοβάμαι τον θάνατο και ότι νομίζω πως είμαι σοφός ενώ δεν είμαι. Γιατί το να φοβάται κανείς τον θάνατο, άνδρες, δεν είναι τίποτα άλλο από το να νομίζει κανείς ότι είναι σοφός χωρίς να είναι. Να νομίζει ότι γνωρίζει αυτά που δε γνωρίζει. Γιατί κανείς δεν γνωρίζει τον θάνατο, ούτε αν συμβαίνει να είναι το μεγαλύτερο αγαθό για τον άνθρωπο, κι όμως τον φοβούνται σα να ξέρουν καλά ότι είναι το μεγαλύτερο κακό. Και δεν είναι αμάθεια αυτό επονείδιστη, το να νομίζει κανείς ότι γνωρίζει εκείνα που δεν γνωρίζει; Εγώ όμως, άνδρες, σ’ αυτό ακριβώς διαφέρω ίσως από τους περισσότερους και αν λέω ότι είμαι σε κάτι σοφότερος από κάποιον άλλον είναι σ’ αυτό το σημείο, ότι μη γνωρίζοντας αρκετά για τον Άδη, παραδέχομαι την άγνοιά μου. Γνωρίζω όμως ότι είναι κακό και ντροπή να βλάπτει κανείς έναν καλύτερο και να μην υπακούει σ’ αυτόν, είτε θεός είναι είτε άνθρωπος Έτσι λοιπόν ποτέ δεν θα φοβηθώ και δεν θα αποφύγω να κάνω κάτι, διαπράττοντας κακές πράξεις που γνωρίζω ότι είναι κακές, για να επιτύχω άλλες που δεν γνωρίζω αν είναι πράγματι καλές. Ώστε ακόμα κι αν με αφήνατε τώρα ελεύθερο, μη πιστεύοντας στον Άνυτο, ο οποίος σας είπε ότι είτε από την αρχή δεν έπρεπε καθόλου να δικαστώ, ή, αφού δικάζομαι, δεν είναι δυνατόν να μη με καταδικάσετε σε θάνατο. Γιατί, πρόσθεσε, αν γλιτώσει, οι γιοι σας, που ήδη κάνουν ό,τι τους διδάσκει ο Σωκράτης, θα καταστραφούν όλοι εντελώς. Αν λοιπόν, παρ’ όλα αυτά, μου λέγατε: «Σωκράτη, εμείς δεν θα πιστέψουμε τον Άνυτο και θα σε αφήσουμε ελεύθερο, με τον εξής όμως όρο, ότι δεν θα περνάς πια την ώρα σου εξετάζοντας έτσι τους ανθρώπους και φιλοσοφώντας. Κι αν πιαστείς να το κάνεις αυτό το πράγμα, θα πεθάνεις». Αν λοιπόν, όπως είπα, μ’ αυτόν τον όρο μ’ αφήνατε ελεύθερο, θα σας έλεγα ότι: «Εγώ, άνδρες Αθηναίοι, σας εκτιμώ και σας αγαπώ, αλλά θα υπακούσω στον θεό κι όχι σε σας, και όσο αναπνέω και μπορώ, δεν θα πάψω να φιλοσοφώ και να σας συμβουλεύω και να νουθετώ οποιονδήποτε από σας τυχαίνει κάθε φορά να συναντώ, λέγοντάς του αυτά ακριβώς που συνήθιζα να λέω, ότι: «Πώς εσύ, αγαπητέ μου, όντας Αθηναίος πολίτης της πιο μεγάλης και της πιο φημισμένης για τη σοφία της και τη δύναμή της πόλης, δεν ντρέπεσαι να φροντίζεις για τα χρήματα, πώς θα αποκτήσεις περισσότερα, και για τη δόξα και τις τιμές, και να μην ενδιαφέρεσαι ούτε να νοιάζεσαι για τη φρόνηση και την αλήθεια και την ψυχή σου;» [η φτωχή πλειοψηφία των δημοκρατικών είναι πασίγνωστο ότι δε θαλασσοπνιγόταν για τα λεφτά, όπως οι άπληστοι μαθητές του, αλλά για να αφήσει παντού παρακαταθήκη την αφοβία, την άμυνα στους φοβικούς καταστροφείς τυράννους]. Και αν κάποιος από σας αμφισβητεί τα λόγια μου και πει ότι φροντίζει και γι’ αυτά, δεν θα τον αφήσω αμέσως ούτε θα φύγω, αλλά θα του υποβάλλω ερωτήσεις και θα τον εξετάσω και θα τον ελέγξω, και αν μου φανεί ότι δεν κατέχει την αρετή, παρ’ όλο που ισχυρίζεται το αντίθετο, θα τον επιπλήξω που νοιάζεται τόσο λίγο για τα πιο σημαντικά και τόσο πολύ για τα πιο ασήμαντα. Αυτά θα τα κάνω σε όποιον τύχει να συναντήσω, είτε είναι νεότερος είτε μεγαλύτερος, είτε ξένος είτε συμπολίτης μας, και κυρίως στους συμπολίτες μας, που είναι πιο δικοί μου. Γιατί αυτά με προστάζει ο θεός καταλάβετέ το καλά. Και εγώ πιστεύω ότι μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει μεγαλύτερο αγαθό για σας και για την πόλη από αυτήν την υπηρεσία μου που προσφέρω στον θεό. Γιατί περιφ
  31. 30/10/2007 στο 22:19

    Καλά, ο Πλάτωνας -πάντα σε φόρμα ο μπαγάσας!- πού κολλάει σ’ αυτό το ποστ;

    Μερσί πάντως.

  32. 30/10/2007 στο 22:21

    Α! Το ‘πιασα το υπονοούμενο. Θέλατε να διαβάσουμε Σαχαρασία. Σωστό. Αλλά έχω ανεβάσει και σχετικό ποστ προ αμνημονεύτων ετών.

  1. 02/04/2007 στο 18:16
  2. 04/04/2007 στο 18:59
  3. 06/04/2007 στο 18:18
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.
Αρέσει σε %d bloggers: