Αρχική > Χωρίς κατηγορία > Χαρτζιλικάτος

Χαρτζιλικάτος

21/04/2007

frezes.jpg

… μισό λεπτό να στρίψω ένα τσιγάρο και θα σας πω το πώς γεννήθηκε ο όρος…»

Πάτησε το Submit Comment, και τράβηξε το συρταράκι της CD-θήκης μπροστά του. Έβγαλε τον καπνό, τα φίλτρα, το μηχανάκι. Δυσκολεύτηκε λίγο να εντοπίσει τα τσιγαρόχαρτα, κρυμμένα καθώς ήταν κάτω από μερικές δισκέτες [δισκέτες;!], καναδυό κομπολόγια κι ένα σωρό αυτοκόλλητα χαρτάκια με τηλέφωνα, διαδικτυακές διευθύνσεις, και σκόρπιες σκέψεις.

«Χύμα ζωή…», άρχισε να τραγουδάει, σκαρώνοντας τον πρώτο -και τελευταίο, όπως αποδείχτηκε- στίχο, πάνω σ’ έναν από-του-‘ρθε-πάλι-αυτός; σκοπό.

Δεν συνήθιζε να καπνίζει στριφτά. Τα «εργαλεία» τα είχε για ώρα ανάγκης. Και «ώρα ανάγκης» δεν ήταν όταν ξέμενε από τσιγάρα στις τρεις ή στις τέσσερις το πρωί. Τότε, πιωμένος συνήθως, κατηφόριζε ως τη λεωφόρο -πέντε λεπτά ποδαρόδρομος- κι αγόραζε. Κι έπιανε και τη συζήτηση με τον Πάνο, που ‘ταν παλιός ναυτικός, και διαβασμένος, και καλός συνομιλητής, κι ευγενικός άνθρωπος, κι άκουγε και τις καλύτερες τζαζιές της πόλης, και που έμπαινε και στο μπλογκ του αραιά και πού, χωρίς να αφήνει σχόλια και δίχως ποτέ να σχολιάσει κάτι από αυτά που διάβαζε, είτε θετικά είτε αρνητικά.

Και καμιά φορά, ο Πάνος του ‘λεγε, μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά: «Ε! Γερο-blogger είσαι για καμιά μπυρίτσα;» Και πίναν τις μπύρες τους καπνίζοντας, κι άκουγαν τη μουσική τους, και μιλούσαν για τα λιμάνια του Νότου, κι ονειρεύονταν άλλες πολιτείες, καθώς η πόλη άφηνε πίσω της τα δικά της όνειρα και ξυπνούσε…

Μπα! Η ώρα ανάγκης ήταν όταν ξέμενε από τσιγάρα στη μέση του πρωινού, καταμεσής μιας σκέψης που δεν έλεγε να ξεδιπλωθεί στην οθόνη, καταμεσής ενός κειμένου που διάβαζε.

Έστριψε το τσιγάρο, χαζεύοντας αφηρημένος το πολύχρωμο μπουκέτο με τις φρέζες που στόλιζε μια γωνιά του γραφείου του. Τις πείραζε ο καπνός, μαραίνονταν πριν την ώρα τους, κι ως την άλλη εβδομάδα, που θα τις αντικαθιστούσε, θα είχαν μαραθεί τελείως, και το νερό θα είχε εξατμιστεί.

Άναψε το τσιγάρο, τράβηξε μια βαθιά τζούρα -πάλι πολύ καπνό έβαλε!-, ήπιε μια γουλιά καφέ, έριξε μια τελευταία ματιά στις φρέζες, στράφηκε πάλι στον υπολογιστή. Ο Download Manager έλεγε πως χρειαζόταν κάνα μισάωρο ακόμα μέχρι να ολοκληρώσει το κατέβασμα του kubuntu 7.04 [Feisty Fawn – τι στο καλό σήμαινε αυτό;!].

Leave a reply:

«Προ ημερών, που λέτε, είχα ένα ραντεβού με έναν υποψήφιο εργοδότη μου».

Μπα! Πολύ στεγνό. ← Backspace.

Ξανά.

«Ήταν ένα από αυτά τα άχρωμα, άγευστα, άσχημα κτήρια, α λα Babis Vovos, που απλώνονται ένθεν κακείθεν της Κηφισίας σε βάθος εκατοντάδων μέτρων.

Έντεκα παρά πέντε ακριβώς.

Έριξα μια ματιά στο γυάλινο σωλήνα και μπήκα. Μάρμαρο, αλουμίνιο, γυαλί. Ανελκυστήρας. Στην υποδοχή των γραφείων… Μισό…»

Ξανά.

«… Ο Raymond Chandler έχει περιγράψει υποδειγματικά τέτοιου είδους υποδοχές και το προσωπικό τους. Κάπου υπάρχει το απόσπασμα, αλλά ο Copernic αρνείται σήμερα να συνεργαστεί. Κάποια άλλη φορά.

Συνεχίζουμε:

Στις έντεκα και δύο πρώτα λεπτά κάθομαι απέναντί του. Υποψήφιος εργοδότης. Οι γνωστές φιλοφρονήσεις και τετριμμενιές: «Θα θέλαμε να συνεργαστούμε… Μας αρέσει το γράψιμό σου…» και τα λοιπά, και τα λοιπά…

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα φτάνουμε στο… προκείμενο.

Κάπου μακριά οι Pink Floyd τραγουδούν: ♪ Money, so they say, it’s the root of all evil today♫

«Χ ευρώ τη σελίδα». Και συνεχίζει: «Κοίταξε. Οι περισσότεροι παίρνουν Χ-20% ή Χ-30% ευρώ τη σελίδα. Μόνον ο Τάδε παίρνει Χ+20%…» γι’ αυτούς και για εκείνους τους λόγους, τους οποίους αναφέρει. Διστάζει. «Θα μπορούσαμε να σου δώσουμε Χ+20%, αλλά θα δυσκολευόμασταν…»

Τον κόβω με μια χειρονομία, δίχως να σχολιάσω τις «δυσκολίες»:

«… Και τόσα να μου δίνατε πάλι δεν θα έγραφα.»

«Ξέρεις αυτές, πάνω κάτω, είναι οι τιμές στην πιάτσα…»

«Το ξέρω. Αλλά εδώ δεν μιλάμε για αμοιβή. Μιλάμε για χαρτζιλίκι.»

Δεν εκπλήσσεται καθόλου από τον όρο που χρησιμοποιώ:

«Ναι, για χαρτζιλίκι πρόκειται. Ο άλλος δουλεύει σε μια εφημερίδα και ανακυκλώνοντας σε 3-4 έντυπα τα όσα έγραψε εκεί βγάζει το χαρτζιλίκι του.»

«Μπορεί. Αλλά εμένα δεν με συμφέρει. Μόνον το κόστος των εφημερίδων, των περιοδικών και των βιβλίων να υπολογίσω, που θα πρέπει να αγοράζω για να ξέρω τι τρέχει στα πέριξ, θα μπαίνω μέσα…»

«Μα και τα διπλά να σου έδινα, πάλι χαρτζιλίκι θα ήταν…»

«Ακριβώς. Αν ήμουνα είκοσι χρονών ίσως και να το έκανα. Σήμερα αρνούμαι να το κάνω. Για να έχω ένα αξιοπρεπές εισόδημα θα έπρεπε να γράφω 25 με 30 χιλιάδες λέξεις τον μήνα. Χίλιες λέξεις τη μέρα -μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει- δημοσιεύσιμου δημοσιογραφικού υλικού, σαν κι αυτό που θέλετε. Ούτε ο Στήβεν Κινγκ δεν γράφει χίλιες -δημοσιεύσιμες- λέξεις τη μέρα. Και γράφει και fiction… Καλύτερα να ψάξω για καμιά άλλη δουλειά. Δεν κάνω γι’ αυτήν.»

Άργησα, αλλά το κατάλαβα.

Αποχαιρετηθήκαμε εγκάρδια.

Οι κοπελιές της υποδοχής τα… γνωστά. Πρέπει να βρω το απόσπασμα του Τσάντλερ…

Κάλεσα το ασανσέρ. Κατέβηκα στο ισόγειο. Μάρμαρο, αλουμίνιο, γυαλί. Τα γνωστά… Α λα Babis Vovos.

Βγήκα στο πεζοδρόμιο. Κοντοστάθηκα για ν’ ανάψω τσιγάρο. Και τότε το παρατήρησα: «Πού πας, ρε μαλάκα, σε επαγγελματικό ραντεβού με το σκισμένο Timberland;»

Έβαλα τα γέλια και κόντεψα να πνιγώ από τον καπνό.

Ήταν η στιγμή που γεννήθηκε ο όρος.

Χαρτζιλικάτος.

ΥΓ. Άλλαξα τοποθεσίες, ονόματα, κάποιους διαλόγους. Ο πυρήνας της ιστορίας έχει ως έχει…»

Submit Comment

«Χαρτζιλικάτος». Κατά το «φραγκάτος». Από την ανάποδη. Τον προτιμούσε από το «αχαρτζιλίκωτος» ή το «χαρτζιλικίσιμος». Άλλωστε, ταίριαζε και περισσότερο με τον brutal κυνισμό των καιρών μας.

Χαμογελώντας και σιγοσφυρίζοντας κατευθύνθηκε προς τη στάση του λεωφορείου. Χαμηλά στην Κηφισίας, απέναντι από το Γηροκομείο, το παλιό Goody’s είχε γίνει Capital.

«Ώρα για καπουτσινάκι και εφημερίδα, κυρ εργοδότα», σκέφτηκε ο χαρτζιλικάτος και ξανάβαλε τα γέλια…

Advertisements
Κατηγορίες:Χωρίς κατηγορία Ετικέτες:
  1. 21/04/2007 στο 19:19

    Επειδή είσαι λογοτέχνης (κι’ ας το αρνείσαι…), δεν κάθεσαι να γράψεις εκείνο το «μυθιστόρημα» με τον «Καίσαρα-Χριστό» να έχουμε και μείς να λέμε σε 5 χρόνια με περηφάνεια όταν θα βλέπουμε την ταινία…

    «Τον ξέρω αυτόν»!

    ΥΓ. Εξαιρτετικό (παρ’ ότι μαχαιριά πραγματικότητας και όχι μόνο για την δημοσιογραφική τοιαύτη)

  2. 21/04/2007 στο 19:58

    Τώρα τι της ήρθε και αυτηνης να θυμηθεί τα νιάτα της, που ήθελε να γίνει δημοσιογράφα, ευτυχώς τη γλίτωσε στο τσακ! Είχε μεγαλύτερη μούρλια με τα μαθηματικά και την κοπάνησε κιόλας και από τα καθ ημάς.
    Οι φρέζες είναι τόσο φρέσκιες! Να ρίχνεις μία ασπιρίνη. Κάνει καλό στα λουλούδια.

  3. 21/04/2007 στο 21:47

    Greg, η λογοτεχνία ξεχειλίζει απ’ τα… μπατζάκια μου. Ο Καίσαρ δεν είναι ούτε μυθιστόρημα ούτε «μυθιστόρημα». Μια πικραμένη ιστορία είναι. Και μπορεί να κάτσω να τη γράψω.

    Ange-ta, δε βαριέσαι… Τι το ένα τι το άλλο. Εγώ ποτέ δεν ήξερα τι θα γίνω όταν μεγαλώσω, και -προφανώς!- και τώρα που μεγάλωσα και πάλι δεν ξέρω τι θα γίνω όταν μεγαλώσω ακόμα περισσότερο. Προτιμώ να βλέπω την άσχημη πλευρά των πραγμάτων με χιούμορ. Δεν συζητάω για την καλή…

    Ασπιρινούλα; Σπεύδω! Μερσί!

  4. Ανώνυμος
    22/04/2007 στο 00:04

    Αφού σου αρέσουν τα λουλούδια γιατί δεν πέρνεις μια γλαστρούλα να τα φροντίζεις και να τα βλέπεις να μεγαλώνουν κιόλας;

  5. 22/04/2007 στο 01:56

    Εσύ γράφτην σα μυθιστόρημα!

    Και πιο πολύ θα διαβαστεί και πιο πολύ θα επηρεάσει…

  6. 22/04/2007 στο 11:08

    Anonymous, δεν είναι καθόλου κακή ιδέα. Και δεν χρειάζεται καν να πάρω καινούργια γλαστρούλα. Αρκεί να μεταφέρω μία από το μπαλκόνι. Μόνον που δεν υπάρχουν ανθισμένα λουλούδια όλο το χρόνο στις γλάστρες του μπαλκονιού. Και για να έχω και μια ποικιλία χρωμάτων θα πρέπει κυριολεκτικά να γίνω ανθοκόμος… ή να βγάλω το γραφείο στο μπαλκόνι.

    Greg, η ιδέα ούτως ή άλλως είναι διπλή: μυθιστόρημα και ταυτόχρονα λυσάρι – με πραγματολογικές επεξηγήσεις.

  7. 22/04/2007 στο 13:12

    Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και τις ευχές. :)))

  8. 22/04/2007 στο 19:10

    Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΙΝΑΙ
    Μ ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΤΑ ΨΩΝΙΑ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ 😉

  9. 23/04/2007 στο 10:27

    Athena, το ‘χω ακούσει κι αυτό. Ότι είμαι επαγγελματίας ψώνιο. Εν τω μέσω διαφόρων άλλων καταιγιστικών ριπών μ@λ@κιών. Φυσικά, μετά που τον έτζασα με μια μεγαλοπρεπή στροφή 180 μοιρών, ο κυρ-εργοδότης έπιανε διάφορους φίλους και γνωστούς και τους απηύθυνε το… μεγαλειώδες ερώτημα: «Είναι πλούσιος ο Μόρφος;» Όχι. Αλλά απασχολήσιμος [γεια σου Σημίτη, γίγαντα!] χαρτζιλικίσιμος δεν είμαι.

  10. εργδημεργ
    23/04/2007 στο 14:13

    Πλάκα έχει η όλη φάση!

    Κι εσυ μου μιλας μετα για «σοβαρα» έντυπα!…

    Εδω οι άνθρωποι κοιτάζουν πώς θα βρουν ψώνια να γράφουν τζάμπα (πχ ταξιδιωτικα κομμάτια) με μόνη «ανταμοιβη» την ναρκισσιστικη προβολη τους… δίκην επαρχιώτικης (διάβαζε: χωριάτικης) κωλοφυλλάδας, όπου γράφουν απόψεις (διάβαζε: μαλακίες) η σύζυγος του αντιδημάρχου, ο μεγαλοφροντιστηριάκιας με τις κομματικες διασυνδέσεις (που θυμήθηκε τα «μαχητικα» φοιτητικα νιάτα του), ο… ο… ο… ο δάσκαλος με την εφημερίδα…

    …και οι «σοβαροι» εφημεριδάδες συμπληρώνουν τις υπόλοιπες σελίδες με συνταγες μαγειρικης!

    Στέκεται, όμως, έντυπο με τα ψέμματα, ώ Καραμήτροι;

  11. 23/04/2007 στο 22:12

    Στέκεται και παραστέκεται. Και με ψέμματα και απατεωνιές και λαθροχειρίες και ό,τι άλλο μπορούν να φανταστούν.

    Πόσα σοβαρά έντυπα ξέρεις; Λίγα. Αλλά υπάρχουν, όπως υπάρχουν και σοβαροί γραφιάδες που δουλεύουν σ’ αυτά, και σ’ όλα τα υπόλοιπα. Τα είπαμε και στα σχόλια του άλλου ποστ.

    Καλά, η περιγραφή της επαρχιώτικης [χωριάτικης] φυλλάδας που κάνεις άριστη! Υποψιάζομαι ότι είσαι συνδρομητής του τοπικού εντύπου. Εγώ όταν πάω στο χωριό μου και βλέπω τον εκδότη κάνω πως δεν τον ξέρω. Ευτυχώς κι αυτός κάνει το ίδιο κι έτσι γλυτώνω και τη συνδρομή. Το πιο ωραίο είναι ότι τώρα τελευταία κάποιος φροντιστής [τι άλλο;!] έχει ανακαλύψει τη συνωμοσιολογία και γράφει και τα μύρια όσα… Κατάσταση, δηλαδή, να «take the mountains», να «go to the city», κάτι τέτοιο. Όπου φύγει φύγει, δηλαδή…

  1. No trackbacks yet.
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.
Αρέσει σε %d bloggers: