Αρχική > Πολιτική > Προκριματικές εκλογές στις ΗΠΑ – [Επιστημονικός οδηγός για επαγγελματίες «παίκτες»]

Προκριματικές εκλογές στις ΗΠΑ – [Επιστημονικός οδηγός για επαγγελματίες «παίκτες»]

06/01/2008

simonton.jpg

Συνέχεια από το: Μια πρόβλεψη για τις αμερικανικές εκλογές [μετά την Αϊόβα]

Πριν από μερικά χρόνια είχα μεταφράσει το βιβλίο του Dean Keith Simonton, Μεγάλοι της Ιστορίας [Ποιοι Γίνονται και Γιατί], εκδ. Έσοπτρον, Αθήνα 2003.

Δυο χαρακτηριστικά υποκεφάλαια από αυτό το βιβλίο [στη πρώτη μορφή της μετάφρασης, οπότε ίσως υπάρχουν διαφορές με την έντυπη μορφή], σχετικά με τους υποψηφίους για το χρίσμα των δύο μεγάλων κομμάτων. Για επαγγελματίες «παίκτες». Πάντως, συνήθως, και όπως αναφέρεται στο βιβλίο, ο υψηλότερος υποψήφιος κερδίζει τον κοντύτερο… Αλλά αυτά θα τα πούμε πριν από τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου. Προς το παρόν, ολίγα τινά για τις προκριματικές.

 

Κερδίζοντας το Χρίσμα

Στη σημερινή Αμερική δεν είναι εύκολο να κερδίσεις το χρίσμα για να είσαι υποψήφιος πρόεδρος ενός μεγάλου πολιτικού κόμματος. Ο υποψήφιος πρόεδρος πρέπει πρώτα να κερδίσει στις εσωκομματικές εκλογές και στις συνδιασκέψεις σε ολόκληρη την χώρα. Αν εξαιρέσουμε την περίπτωση που ένας πρόεδρος επιζητεί την επανεκλογή του, στην διαδικασία ανάδειξης υποψηφίου προέδρου συμμετέχουν αρκετοί διεκδικητές και στα δύο μεγάλα κόμματα. Αρκετοί, επίσης, αν όχι όλοι οι υποψήφιοι είναι σχετικά άγνωστοι σε εθνικό επίπεδο. Έτσι, κάποιος υποψήφιος για να κερδίσει αρκετούς συνέδρους που θα του εξασφαλίσουν την υποψηφιότητα πρέπει να ξεχωρίσει γρήγορα από τους άλλους υποψήφιους, και στην συνέχεια να αποκτήσει αρκετή ορμή που θα είναι αδύνατον να τον φτάσει κάποιος ανταγωνιστής του. Πώς αποκτά ένας συγκεκριμένος υποψήφιος αυτό το ουσιώδες πλεονέκτημα;

Μία ενδιαφέρουσα μελέτη αποκάλυψε μερικούς από τους παράγοντες που ξεχωρίζουν τον νικητή από τους συνυποψηφίους του. Ο ερευνητής μελέτησε για μια περίοδο 15 εβδομάδων την προεκλογική διαδικασία του 1976. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον στις εσωκομματικές εκλογές του Δημοκρατικού Κόμματος, λόγω του μεγάλου αριθμού των διεκδικητών. Υπήρχαν συνολικά 18 υποψήφιοι, συμπεριλαμβανομένων των έξι «προηγούμενων υποψηφίων» – των Κάρτερ, Χάρρις, Τζάκσον, Μακ Κόρμακ, Γιούνταλλ και Ουάλλας. Τρείς παράγοντες αποδείχτηκαν χρήσιμοι για την πρόβλεψη των αποτελεσμάτων:

1. Η περιφερειακή προβολή ήταν σημαντική. Αυτό σημαίνει πως ο υποψήφιος κατείχε κάποιο αιρετό αξίωμα -όπως αυτό του κυβερνήτη ή του γερουσιαστή– που καθιστούσε το όνομά του οικείο σε εκείνους που ζούσαν στην περιοχή όπου γίνονταν οι εσωκομματικές εκλογές. Για παράδειγμα, ο Τζίμμυ Κάρτερ ήταν γνωστός στην Φλόριντα, στην Βόρεια Καρολίνα, στην Τζώρτζια και στο Τεννεσσή, ενώ ο Τζέρρυ Μπράουν στην Νεβάδα και στην Καλιφόρνια.

2. Οι δαπάνες της προεκλογικής εκστρατείας έπαιξαν επίσης πολύ σημαντικό ρόλο. Αυτός ο παράγοντας είχε την διπλάσια προβλεπτική ισχύ από όσο η περιφερειακή προβολή. Όσο περισσότερα χρήματα μπορούσε να δαπανήσει ο υποψήφιος σε διαφημιστικά σποτ στην τηλεόραση, αφίσες, ταξίδια και εμφανίσεις τόσο μεγαλύτερο ήταν το ποσοστό ψήφων που κέρδιζε.

3. Η επιτυχία στις πρώτες εσωκομματικές εκλογές προέβλεπε την επιτυχία στις τελευταίες. Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι είχαν την τάση να επιλέγουν τον νικητή, ανάλογα με τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών στις εσωκομματικές εκλογές που είχαν προηγηθεί και που διεξάγονται τις Τρίτες. Στην αρχή των εσωκομματικών εκλογών αυτός ο παράγοντας είχε προφανώς ελάχιστη βαρύτητα. Δεν υπήρχαν ακόμα καταγραμμένα αποτελέσματα. Αλλά μετά τις εσωκομματικές εκλογές στο Νιου Χαμσάιρ, αυτός ο παράγοντας αποκτούσε αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη σημασία. Προς το τέλος των εσωκομματικών εκλογών, τα συνολικά εκλογικά αποτελέσματα αποτελούσαν τον μοναδικό σημαντικό καθοριστικό παράγοντα. Το νερό είχε μπει στο αυλάκι. Έτσι, καθώς ο υποψήφιος πλησίαζε στο τέλος των προκριματικών εκλογών, οι δαπάνες της προεκλογικής εκστρατείας μειώνονταν. Οι δωρεές αποταμιεύονταν για να χρησιμοποιηθούν στις γενικές εκλογές του Νοεμβρίου.

Αυτά τα τρία προμηνύματα έχουν κάτι κοινό; Σύμφωνα με ένα γερά θεμελιωμένο επιχείρημα, τα τρία προμηνύματα επιτυχίας απηχούν ένα θεμελιώδες φαινόμενο της ψυχολογίας -το «φαινόμενο της συνεχούς προβολής«. Όπως σημειώσαμε στο Κεφάλαιο 4, πολλά στοιχεία δείχνουν ότι όταν ένα πρόσωπο εκτίθεται διαρκώς σε ένα μέχρι τότε ουδέτερο ερέθισμα, τότε έλκεται περισσότερο από το ερέθισμα. Η εξοικείωση φέρνει την συμπάθεια, όχι την περιφρόνηση. Αυτή η διαδικασία επηρεάζει επίσης τόσο την διαπροσωπική έλξη όσο και την αλλαγή στάσης. Εφόσον ο υποψήφιος προσπαθεί και να δείχνει ελκυστικός («Είμαι σπουδαίος άνθρωπος!») αλλά και αλλάξει την άποψή σας («Ψηφίστε με, έχω την καλύτερη πολιτική!», η συνεχής προβολή διευκολύνει την επιτυχία με δύο διαφορετικούς τρόπους.

Τα τρία προμηνύματα των εσωκομματικών εκλογών μπορούν να θεωρηθούν ως μέσα για την συχνή προβολή. Η περιφερειακή προβολή καθιστά προφανώς το όνομα του υποψηφίου περισσότερο οικείο. Οι προεκλογικές δαπάνες καθιστούν καλύτερα γνωστό στο κοινό το πρόσωπο και τις ιδέες του. Η επιτυχία στις πρώτες εσωκομματικές εκλογές αυξάνει την προβολή του από τις εφημερίδες και από τα δελτία ειδήσεων. Μπορούμε επίσης να εντάξουμε στην ίδια λειτουργία και άλλους παράγοντες που γνωρίζουμε ότι συμβάλλουν στην ανάδειξη ενός υποψηφίου. Για παράδειγμα, οι ήρωες πολέμου έχουν καλές πιθανότητες να κερδίσουν την πρώτη θέση στις κομματικές προτιμήσεις. Ο Αϊζενχάουερ αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Οι ήρωες πολέμου απολαμβάνουν του σημαντικού πλεονεκτήματος της εθνικής προβολής, και όχι μόνον της περιφερειακής προβολής.

Η συνεχής προβολή, ομολογουμένως, δεν αποτελεί την μοναδική δυνατή εξήγηση αυτής της διαπίστωσης. Οι καλύτεροι υποψήφιοι ίσως προσελκύουν περισσότερες εισφορές για τις προεκλογικές τους δαπάνες προτού αρχίσουν οι εσωκομματικές εκλογές, και έτσι καταφέρνουν να εξασφαλίσουν την υποστήριξη περισσότερων συνέδρων. Η συνεχής προβολή, εν τούτοις, ίσως εξηγεί τουλάχιστον εν μέρει αυτό που συμβαίνει κατά την διάρκεια της εκστρατείας για την ανάδειξη του υποψηφίου. Ίσως έχουμε εδώ άλλο ένα παράδειγμα του ανορθολογικού ψηφοφόρου. Κάθε φορά που η κεκτημένη ταχύτητα ενός υποψηφίου οφείλεται σ’ αυτήν την ψυχολογική λειτουργία, το πολιτικό φαινόμενο της ακολούθησης του ρεύματος ίσως πάρει ανεξέλεγκτη πορεία. Έτσι όταν οι πρώτες εσωκομματικές εκλογές διεξάγονται σε πολιτείες στις οποίες κάποιος υποψήφιος διαθέτει περιφερειακή προβολή, η εκστρατεία του αρχίζει πολύ καλά και αυτό μπορεί να του εξασφαλίσει την συνεχή πρωτοπορία. Στο τέλος των εσωκομματικών εκλογών, οι διαφορές μεταξύ των υποψηφίων ως προς τον αριθμό των συνέδρων που τους υποστηρίζουν, μπορεί να να είναι τελείως διαφορετικές από τις πραγματικές διαφορές όσον αφορά τα πολιτικά τους προσόντα. Τα πραγματικά ηγετικά προσόντα του τελικού νικητή ίσως ξεπερνούν ελάχιστα εκείνα ενός αντιπάλου που βρέθηκε στις τελευταίες θέσεις. Η διαφορά ανάμεσα στον αριθμό των συνέδρων που υποστηρίζουν τον έναν ή τον άλλον ίσως είναι τεράστια.

****

 

Οι Υποψήφιοι

Αν οι μετρήσεις τύπου ΤΑΤ μπορούν να μας πουν τόσα πολλά για τους εκλεγμένους προέδρους, ίσως μπορούν επίσης να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε εκείνους που ήταν υποψήφιοι γι’ αυτό το αξίωμα. Φυσικά, δεν μπορούμε σ’ αυτήν την περίπτωση να εφαρμόσουμε την ανάλυση περιεχομένου στις εναρκτήριες ομιλίες (με την εξαίρεση εκείνης της τυχερής μειοψηφίας που τελικά αναρριχήθηκε στην κορυφή). Μπορούμε ωστόσο να αναλύσουμε τις ομιλίες με τις οποίες οι υποψήφιοι εξήγγειλαν την υποψηφιότητά τους. Ο Ντέιβιντ Ουίντερ προσέφερε δύο μελέτες σ’ αυτόν τον τομέα.

Στην πρώτη, ο Ουίντερ υπολόγισε τις νοητικές εικόνες κινήτρων στις ομιλίες με τις οποίες οι υποψήφιοι εξήγγειλαν την υποψηφιότητά τους για τις εκλογές του 1976. Αυτοί ήταν από το Δημοκρατικό Κόμμα οι Μπιρς Μπαίυ, Λόυντ Μπέντσεν, Τζίμμυ Κάρτερ (Jimmy Carter), Φρανκ Τσερτς (Frank Church), Φρεντ Χάρρις (Fred Harris), Χένρυ Τζάκσον (Henry Jackson), Τέρρυ Σάνφορντ (Terry Sanford), Μίλτον Σαπ (Milton Shapp), Σάρτζεντ Σράιβερ, Μόρρις Ούνταλ και Τζωρτζ Ουάλλας (George Wallace). Οι διεκδικητές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ήταν ο πρόεδρος Τζέραλντ Φορντ και ο μοναδικός του αντίπαλος Ρόναλντ Ρήγκαν. Οι δύο τελευταίοι πολιτικοί παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς οι βαθμολογίες τους στα δύο κίνητρα ήταν σχεδόν διαμετρικά αντίθετες. Στο κίνητρο για εξουσία, ο Φορντ είχε την χαμηλότερη βαθμολογία από όλους τους υποψηφίους και των δύο κομμάτων, ενώ ο Ρήγκαν ήταν πάνω από τον μέσο όρο. Αλλά στο κίνητρο για κοινωνική σύνδεση ο Ρήγκαν ήταν τελευταίος ενώ ο Φορντ ήταν δεύτερος μετά τον Σράιβερ.

Ο Ουίντερ αποκάλυψε τον τρόπο με τον οποίο το προφίλ των κινήτρων καθόρισε την στρατηγική των προεκλογικών εκστρατειών αυτών των δεκατριών υποψηφίων. Για παράδειγμα, εκείνοι που παρουσίαζαν μια έντονη ανάγκη για επίτευξη ήταν μάλλον απίθανο να παραμείνουν διεκδικητές μόλις οι πιθανότητες ανάδειξής τους παρουσίαζαν μια σταθερή στασιμότητα. Οι διεκδικητές που χαρακτηρίζονταν από υψηλή ανάγκη κοινωνικής σύνδεσης αποσύρθηκαν πρώτοι από την κούρσα, μόλις συνειδητοποίησαν ότι δεν τους αγαπούσαν όλοι οι ψηφοφόροι όσο φαντάζονταν οι ίδιοι. Αυτό ήταν μια σοφή απόφαση, επειδή οι υποψήφιοι με έντονο κίνητρο για κοινωνική σύνδεση στηρίζονταν περισσότερο στους δικούς τους πόρους για την χρηματοδότηση των προεδρικών φιλοδοξιών τους. Αντίθετα, οι υποψήφιοι που χαρακτηρίζονταν από έντονη ανάγκη για εξουσία ή επίτευξη ήταν περισσότερο ικανοί στο να συγκεντρώσουν χρήματα, αν και με διαφορετικά αποτελέσματα. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι πολιτικοί με έντονο το κίνητρο για εξουσία, που ήταν και οι περισσότερο χαρισματικοί, συγκέντρωσαν περισσότερες συνεισφορές σε ποσά των 100 ή λιγότερων δολαρίων. Ο μέσος ψηφοφόρος ήταν εκείνος που εκτίμησε περισσότερο τα χαρίσματα ενός δυναμικού δημαγωγού. Αλλά οι πολιτικοί με έντονο το κίνητρο για επίτευξη αποκάλυψαν τους δεσμούς τους με τους επιχειρηματίες συγκεντρώνοντας περισσότερες δωρεές από τα πλούσια μέλη του κόμματος – ποσά της τάξης των 500 δολαρίων ή μεγαλύτερα. Η επίτευξη και η εξουσία επίσης διαφοροποίησαν τους υποψήφιους στις χωριστές τους πορείες στο Νιου Χαμσάιρ, όπου διεξήχθησαν οι πρώτες προκριματικές εκλογές. Οι κινούμενοι από την επίτευξη υποψήφιοι διέθεταν περισσότερα χρήματα από χρόνο, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν την νίκη. Οι ωθούμενοι από την εξουσία υιοθέτησαν την αντίθετη πορεία: προτιμούσαν την ανταλλαγή χειραψιών με τους ψηφοφόρους παρά την ψυχρή αγορά διαφημιστικού χρόνου στα μέσα ενημέρωσης.

Ο Ουίντερ μελέτησε επίσης και τους υποψηφίους για την προεδρία το 1988. Αυτή την φορά διεκδικητές από το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν οι Μπρους Μπάμπιτ, Τζόζεφ Μπάιντεν, Μάικλ Δουκάκης, Ρίτσαρντ Γκέφαρντ, Άλμπερτ Γκορ ο νεώτερος, Γκάρυ Χαρτ, Τζέσσε Τζάκσον και Πωλ Σάιμον και από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα οι Τζωρτζ Μπους, Ρόμπερτ Ντόουλ, Πητ Ντυπόν, Αλεξάντερ Χέιγκ, Τζακ Κεμπ και Πατ Ρόμπερτσον. Ο Ουίντερ αφού υπολόγισε πρώτα τα προφίλ κινήτρων αυτών των υποψηφίων από τις ομιλίες με τις οποίες εξήγγειλαν την υποψηφιότητά τους προχώρησε σε κάτι διασκεδαστικό. Για κάθε υποψήφιο, προσδιόρισε ένα πρώην πρόεδρο των Η.Π.Α. το προφίλ κινήτρων του οποίου ταίριαζε περισσότερο με το δικό του. Για παράδειγμα, ο Δουκάκης βρισκόταν στον μέσο όρο στο κίνητρο επιτυχίας, τελευταίος και από τους 14 στο κίνητρο εξουσίας και στο υψηλότερο σημείο από τους 14 στο κίνητρο κοινωνικής σύνδεσης. Ενδεικτική του τελευταίου χαρακτηριστικού ήταν η δήλωση του Δουκάκη: «Για γενιές γενεών, η Αμερική υπήρξε μια διαθήκη, ένα σύνολο επαγγελλιών (ελπίδων) για το μέλλον που συνενώνει τον λαό μας». Αυτό το χαρακτηριστικό προφίλ του Δουκάκη ταίριαζε με το αντίστοιχο του Ουώρρεν Χάρντινγκ. Παρόμοια, ο Ντόουλ έμοιαζε με τον Τζέφφερσον και ο Χέιγκ με τον Γκραντ.

Περισσότερο εκπληκτική ήταν η περίπτωση του Τζέσσε Τζάκσον, το κίνητρο εξουσίας του οποίου ήταν κατά πολύ εντονότερο από οποιουδήποτε άλλου υποψηφίου, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης. Αυτό είναι εμφανές στην εξής δήλωσή του: «Πρέπει να συντρίψουμε τους μανιακούς των συγχωνεύσεων που μεταφέρουν τις δουλειές μας, το κεφάλαιο, την φορολογική βάση και την ελπίδα σε ξένο έδαφος!» Ο Τζάκσον βρέθηκε ότι ταίριαζε με τον Αβραάμ Λίνκολν. Από τους υποψηφίους που επιζητούσαν την ψήφο του λαού, το προφίλ κινήτρων του Τζάκσον ταίριαζε περισσότερο με εκείνο ενός μεγάλου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών!

Advertisements
Κατηγορίες:Πολιτική Ετικέτες: ,
  1. 06/01/2008 στο 23:33

    Οσο και να χειραγωγούνται από τα υπερσυγκεντρωτικά υπερσυντηρητικά Μιντια οι εθελοντες στις προηγούμενες εκλεκτορικές του Χάουαρτ Ντήην το αντιπολεμικό κίνημα, η κινητοποίηση των αφροαμερικάνων ή των θιγμένων από την οικονομική ύφεση μεσαίων ή και αστέγων, ανασφάλιστων να δώ ποιός επικοινωνιολόγος θα γράψει με το κουφάρι τους ή την θυσία τους προβλέψεις. Αν η πίστη που απέλλειπεν στο αμερικάνικο όραμα είναι ότι στράτευση προσβεύουν οι Ευαγγελιστές και οι Μορμόνοι έχουν …χωράφι εξασφαλισμένο στη κόλασή που φκιάχνουν.

  2. 07/01/2008 στο 09:50

    Αν και δεν έχω επισκεφτεί ποτέ τις ΗΠΑ, έχω την εντύπωση ότι τα τελευταία χρόνια η αμερικανική κοινωνία έχει «κοπεί» οριζοντίως στα δύο. Και πως όλο αυτό το «κίνημα» [εθελοντές, στρατευμένοι, ακτιβιστές][έστω και σε επίπεδο εκλογικών διαδικασιών] είναι ο μοναδικός κοινός τόπος δύο τελείως διαφορετικών κόσμων. Κι αυτό το «κίνημα», και πάλι αν δεν κάνω λάθος, είναι διαρκώς παρόν στην αμερικανική κοινωνία, έστω και «θαμμένο», εδώ και αρκετές δεκαετίες…

    Και διάβαζα προ μηνός ότι μόνον στη Νέα Υόρκη υπάρχουν 1,3 εκατομμύρια άνθρωποι που πεινούν [κυριολεκτικά!]. Και καταφεύγουν στα λαϊκά και φιλανθρωπικά συσσίτια για να μην πεθάνουν της πείνας…

  3. Eρευνητής
    08/01/2008 στο 01:52

    Νιου Χάμ(π)σερ, εντάξει;

  4. 08/01/2008 στο 09:37

    Νιου Χάμσηρ;;;

  1. 04/02/2008 στο 02:21
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.
Αρέσει σε %d bloggers: