Αρχική > Ιδέες, Πρόσωπα > Φασισμός – Αντιφασισμός

Φασισμός – Αντιφασισμός

05/02/2008

Ο Gilles Dauvé [1947, που χρησιμοποιούσε παλιότερα και το ψευδώνυμο Jean Barrot] είναι Γάλλος κομμουνιστής. Όχι από τους λενινιστές/τροτσκιστές/σταλινικούς/μαοϊκούς, αλλά απ’ τους… άλλους. Ακολουθούν αποσπάσματα από δύο βιβλία του που έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, σχετικά με το ζήτημα του φασισμού και του αντιφασισμού. Ως τροφή για -ανεπίκαιρες- σκέψεις… [Οι υπογραμμίσεις και η «παραγραφοποίηση» δικές μου.]

dauve.jpg

Ζιλ Ντωβέ
Έκλειψη και Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος

εκδ. Κόκκινο Νήμα, 2002. [Το βιβλίο υπάρχει ολόκληρο στο διαδίκτυο, στον ιστότοπο του Κόκκινου Νήματος.]

«Αντίθετα με την Κομμουνιστική Διεθνή, ο Μπορντίγκα [Amadeo Bordiga] υιοθέτησε μια ξεκάθαρη άποψη για το φασισμό. Θεώρησε το φασισμό ως μια ακόμη μορφή αστικής κυριαρχίας, όπως η δημοκρατία, αλλά πίστευε ότι δεν μπορεί κανείς να επιλέγει μεταξύ των δύο.

Αυτό το ζήτημα είναι συχνά αντικείμενο διαμάχης. Η θέση της ιταλικής αριστεράς συνήθως διαστρεβλώνεται. Οι ιστορικοί συχνά θεώρησαν τον Μπορντίγκα υπεύθυνο για την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία. Κατηγορήθηκε επίσης ότι αδιαφόρησε για τα δεινά που προκάλεσε στους ανθρώπους ο φασισμός.

Από την οπτική της επανάστασης, ο Μπορντίγκα δε θεωρούσε ότι ο φασισμός είναι χειρότερος από τη δημοκρατία ούτε ότι η δημοκρατία δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για την προλεταριακή ταξική πάλη. Ακόμη και αν η δημοκρατία θεωρείτο μικρότερο κακό από το φασισμό, θα ήταν ηλίθιο και ανώφελο να την υποστηρίζει κανείς για ν’ αποφύγει το φασισμό: η ιταλική (και αργότερα, η γερμανική) εμπειρία έδειξε ότι η δημοκρατία όχι μόνο είχε σταθεί ανίσχυρη μπροστά στο φασισμό, αλλά ότι τον είχε καλέσει για να τη σώσει. Φοβούμενη το προλεταριάτο, η δημοκρατία στην πραγματικότητα γέννησε το φασισμό.

Η μόνη εναλλακτική λύση στο φασισμό ήταν επομένως η δικτατορία του προλεταριάτου. Άλλο ένα επιχείρημα προβλήθηκε αργότερα από την αριστερά –π.χ. τους Τροτσκιστές- για την υποστήριξη της αντιφασιστικής τακτικής. Το κεφάλαιο χρειάζεται το φασισμό: δεν μπορεί πια να είναι δημοκρατικό. Επομένως, αν αγωνιστούμε για τη δημοκρατία, αγωνιζόμαστε στην πραγματικότητα για το σοσιαλισμό. Έτσι δικαιολόγησαν τη στάση τους πολλοί αριστεροί στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.

Αλλά όπως η δημοκρατία γεννά το φασισμό, έτσι και ο φασισμός γεννά τη δημοκρατία. Η ιστορία έδειξε ότι αυτό που ο Μπορντίγκα ισχυρίσθηκε θεωρητικά έγινε πράξη: ο καπιταλισμός αντικαθιστά το ένα με το άλλο΄ η δημοκρατία και ο φασισμός διαδέχονται το ένα τ’ άλλο. Μετά το 1945, δημοκρατία και φασισμός συχνά συνδυάζονται, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό.» («Σημείωση για τον Πάνεκουκ και τον Μπορντίγκα» [σελ. 88]. Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1973 και ξαναδουλεύτηκε το 1997.)

 

barrot.jpg

Ζαν Μπαρώ
Φασισμός Αντιφασισμός: Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος

μετ. Νίκος Β. Αλεξίου, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2002.

«Ο φασισμός μπορεί να ερμηνευθεί μόνο αν εξετάσουμε την προηγούμενη περίοδο: την συντριβή του επαναστατικού κύματος του 1917-21 από τη σοσιαλδημοκρατία (Ρωσία, Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Βουλγαρία κ.λπ.). Η σοσιαλδημοκρατία κυρίως είναι εκείνη που αφοπλίζει ιδεολογικά και πρακτικά το προλεταριάτο και καταστέλλει στρατιωτικά τις εξεγέρσεις του.

Στην Γερμανία, τα τάγματα εθελοντών [Freicorps], υπό την καθοδήγηση του σοσιαλιστή Νόσκε, θα αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος της εκστρατείας αποκατάστασης της τάξης. Ο φασισμός, όπως και ο μεγάλος του αδελφός ο σταλινισμός, δεν ολοκλήρωσε το έργο της αντεπανάστασης «παρά μόνο» αποτελειώνοντας ένα ηττημένο προλεταριάτο!

Η λεγόμενη δικτατορία έρχεται πάντα μετά την συντριβή των προλετάριων από την δημοκρατία με τα συνδικάτα και την Αριστερά της.

Ο αντιφασισμός αποκρύπτει αυτήν την θεμελιώδη πραγματικότητα ταυτίζοντας τον φασισμό με τις «δυνάμεις του κακού» και υποβαθμίζοντάς τον σε μία παράλογη, α-ιστορική, προερχόμενη από το πουθενά «αντίδραση»! Η αξιοπιστία του φασισμού κατά την δεκαετία του 1930, θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι εν μέρει υλοποίησε το πρόγραμμα της σοσιαλδημοκρατίας: «βελτίωση» του «βιοτικού επιπέδου», σημαντικά δημόσια έργα, απορρόφηση της ανεργίας, κ.λπ.» [σελ. 8-9]

Η λεγόμενη δικτατορία έρχεται πάντα μετά την συντριβή των προλετάριων από την δημοκρατία με τα συνδικάτα και την Αριστερά της..

Όμως, κάθε πόλεμος χρειάζεται αναγκαστικά μια δικαιολογία προκειμένου να στρατολογήσει τους προλετάριους υπό τα λάβαρά του. Ο αγώνας κατά του φασισμού επέτρεψε τη δικαιολόγηση της σφαγής άνω των 50.000.000 προλετάριων, μέσω της προώθησης της πάλης εναντίον του «ολοκληρωτισμού»!

Βεβαίως, ακόμη και βάσει μιας ειρηνιστικής και αστικής ανθρωπιστικής ανάλυσης, τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου δεν ήταν η μοναδική «φρίκη» του πολέμου, βλέπε, παραδείγματος χάριν, τις ατομικές βόμβες στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, τους δολοφονικούς και μαζικούς βομβαρδισμούς των μεγάλων γερμανικών πόλεων, τις σφαγές στο Σετίφ της Αλγερίας από τον γαλλικό στρατό τον Μάιο του 1945, την ίδια την ημέρα της «Απελευθέρωσης», κ.λπ.» [σελ. 10]

«Ο θρίαμβος του κεφαλαίου ποτέ δεν είναι τόσο ολοκληρωτικός όσο όταν οι εργάτες κινητοποιούνται υπέρ του, πιστεύοντας ότι αυτό θα μπορούσε να «αλλάξει τη ζωή». Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην «δικτατορία» και την «δημοκρατία», αφορά μάλλον δύο τρόπους επιτήρησης του προλεταριάτου, είτε ενσωματώνοντάς το δια της βίας, είτε συνενώνοντάς το με την μεσολάβηση των οργανώσεών «του»: συνδικάτα, κόμματα, ενώσεις κ.ά. Ο συνακόλουθος αντιφασισμός συνίσταται στην ενίσχυση του Κράτους, το οποίο εμφανίζεται πάντοτε ως «δημοκρατικό», «νόμιμο»… ενώ με το σύνθημα «αφήστε τους ανθρώπους να συμμετάσχουν», προσδένει το προλεταριάτο στο Κράτος!» [σελ. 11]

«Για την αστική και την μικροαστική τάξη, ο φασισμός είναι ένα ανώμαλο φαινόμενο, μία έκπτωση των δημοκρατικών αξιών, εξηγήσιμη μόνο δια της προσφυγής σε ψυχολογικές ερμηνείες. Ο φιλελεύθερος αντιφασισμός αντιμετώπισε τον φασισμό ως μία διαστροφή του Δυτικού πολιτισμού, παράγοντας έτσι ένα αντίστοιχο αποτέλεσμα: την σαδομαζοχιστική σαγήνευση από τον φασισμό όπως εκδηλώνεται με τη συλλογή ναζιστικών κειμηλίων.» [σελ. 15]

«[…] ο φασισμός υπήρξε το προϊόν μιας διπλής αποτυχίας: της ήττας των επαναστατών οι οποίοι συνετρίβησαν από τους σοσιαλδημοκράτες και τους φιλελεύθερους συμμάχους τους, την οποία ακολούθησε η αποτυχία των φιλελεύθερων και των σοσιαλδημοκρατών να διαχειρισθούν αποτελεσματικά το κεφάλαιο. Εάν δεν μελετήσουμε τους ταξικούς αγώνες της προγενέστερης περιόδου και τους περιορισμούς τους, η φύση του φασισμού και η άνοδός του στην εξουσία θα παραμείνουν ακατανόητες. Οι μεν δεν μπορούν να γίνουν κατανοητοί χωρίς τους δε. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γκερέν σφάλλει όχι μόνο ως προς την σημασία του φασισμού, αλλά και ως προς το Γαλλικό Λαϊκό Μέτωπο, το οποίο θεωρεί «χαμένη επανάσταση».» [σελ. 17]

«Μετά τον φασισμό κατά την περίοδο του πολέμου, ο όρος φασισμός παρέμεινε στην μόδα. Ποια πολιτική ομάδα δεν κατηγόρησε τους αντιπάλους της ότι χρησιμοποιούν «φασιστικές μεθόδους»; Η Αριστερά ποτέ δεν σταμάτησε να καταγγέλλει την αναβίωση του φασισμού, η Δεξιά δεν παραλείπει να χαρακτηρίζει το PCF [σ.σ. Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας] «φασιστικό κόμμα».

Σημαίνοντας τα πάντα και τίποτε, η λέξη αυτή έχει χάσει το νόημά της, αφού η διεθνής φιλελεύθερη κοινή γνώμη χαρακτηρίζει «φασιστικό» κάθε ισχυρό Κράτος. Έτσι, οι αυταπάτες των φασιστών της δεκαετίας του 1930, αναβιώνουν και παρουσιάζονται ως σύγχρονη πραγματικότητα. Ο Φράνκο υποστήριζε ότι ήταν φασίστας όπως οι μέντορές του Χίτλερ και Μουσολίνι, όμως δεν υπήρξε ποτέ μια φασιστική Διεθνής.

Αν σήμερα οι Έλληνες συνταγματάρχες και οι Χιλιανοί στρατηγοί αποκαλούνται φασίστες από την κυρίαρχη ιδεολογία, δεν αντιπροσωπεύουν παρά παραλλαγές του καπιταλιστικού Κράτους. Το να κολλάμε στο Κράτος την ταμπέλα «φασιστικό», ισοδυναμεί με το να καταδικάζουμε τα κόμματα που βρίσκονται επικεφαλής του Κράτους αυτού. Έτσι, αποφεύγει κανείς την κριτική του Κράτους, καταδικάζοντας αυτούς που το διευθύνουν…» [σελ. 22-23]

«Ωστόσο, ηττημένη και από την μία [σ.σ. την δημοκρατία] και από τον άλλον [σ.σ. τον φασισμό], η επανάσταση [σ.σ. η Ισπανική Επανάσταση του 1936] ήταν καταδικασμένη διότι, τόσο η δημοκρατία όσο και ο φασισμός ήταν δυνητικές μορφές του νόμιμου καπιταλιστικού Κράτους. Ανεξαρτήτως του ποιος θα θριάμβευε, το μόνο σίγουρο ήταν ότι, όπως πάντα, οι προλετάριοι θα συντρίβονταν ανελέητα από το καπιταλιστικό Κράτος…» [σελ. 75]

* * *

Διαβάστε επίσης:

Ζιλ Ντωβέ: Ερωτο/απαντήσεις για τον αντι-φασισμό

Εικονομία: Μύθος 3 – “Αντιφασισμός”

 

Advertisements
Κατηγορίες:Ιδέες, Πρόσωπα Ετικέτες:
  1. Γιάννης
    05/02/2008 στο 15:47

    «Από την οπτική της επανάστασης, ο Μπορντίγκα δε θεωρούσε ότι ο φασισμός είναι χειρότερος από τη δημοκρατία ούτε ότι η δημοκρατία δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για την προλεταριακή ταξική πάλη.»

    Ελπίζω ότι ο Μπορντίγκα αναφερόταν στον κοινοβουλευτισμό και όχι την πραγματική δημοκρατία…

    Επίσης, μήπως ο Ζαν Μπαρώ αναφέρει:
    1. Την εκτίμηση των Αναρχικών και σοσιαλιστών για τον ριζοσπάστη Μουσολίνι;
    2. Πως εκδιώχθηκε ο Μουσολίνι από το σοσιαλιστικό κόμμα;
    3. Γιατί «σπάστηκαν» τα κομματόσκυλα του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος όταν ο Μουσολίνι μέσα από την αριστερή εφημερίδα του υποστήριξε τον διεθνή σοσιαλισμό;
    4. Πως και πόσοι σοσιαλιστές και αριστεροί δημιούργησαν και υποστήριξαν το φασιστικό κόμμα;

    Ευχαριστώ για την φιλοξενία

  2. 05/02/2008 στο 19:06

    @ Γιάννης

    Ο Μπορντίγκα προφανώς αναφερόταν στον παρλαμενταρισμό.

    Για τα υπόλοιπα δεν θυμάμαι αν λέει κάτι, και τι, ο Ντωβέ. [Τα βιβλία τα έχω διαβάσει από καιρό, και τα αποσπάσματα ήταν δακτυλογραφημένα και ξεχασμένα καναδυό μήνες]. Ο Μουσολίνι σοσιαλιστής ήταν στα νιάτα του, οπότε θα υπήρξε κι ένας αριθμός αριστερών/σοσιαλιστών που θα τον υποστήριξαν. Πάντως, ας μην ξεχνάμε ότι και το φασιστικό και το ναζιστικό κινήματα ήταν. Και σ’ αυτόν τον κινηματικό χαρακτήρα τους βασίστηκαν και κάποιοι [Πουλαντζάς, π.χ.] που υποστήριξαν ότι η δικτατορία του Μεταξά δεν ήταν φασιστική.

    Ενδιαφέροντα τα ερωτήματά σου, πάντως. Αν δεν είναι ρητορικά, μπορείς να μας παραπέμψεις και σε κάποιες πηγές. Η ιστορία κυριαρχείται από «γκρίζες ζώνες». Και δεν είναι άσπρο/μαύρο…

  3. 06/02/2008 στο 15:19

    Πολύ μας ιντριγκάρεις αγαπητέ 🙂 Σε πολλά μπορείς να συμφωνήσεις αλλά και σε άλλα πολλά η ανάλυση του Ντωβέ είναι περιπτωσιολογική κατά τρόπο που να τεκμηριώνει αυτά που θέλει (φασισμός = αντιφασιασμός). Π.χ. η αποστροφή ότι «Η λεγόμενη δικτατορία έρχεται πάντα μετά την συντριβή των προλετάριων από την δημοκρατία» κατ’ αρχήν παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο φασισμός επικράτησε χάρη στην μαζική προσχώρηση των μικροαστών, ότι τα προλεταριακά κίνήματα συνετρίβησαν μέσω της δράσης των κάθες λογής φασιστικών ομάδων (freicorps, μελανοχίτωνες, φάλαγγίτες, πρβλ. επίσης τη δράση των Χρυσαυγιτών σε ‘μας) και λαμβάνει υπ’ όψη μόνο τις χώρες όπου ο φασισμός επικράτησε τελικά, ενώ παραγνωρίζει τις δυνατότητες να αποτραπεί η επικράτηση του φασισμού μέσω των μετωπικών συμμαχιών, όπως ακριβώς συνέβη στη Γαλλία.

    Εν πάση περιπτώσει, το φασιστικό φαινόμενο ήταν μια ιδιαιτερότητα του μεσοπολέμου που ανταποκρινόταν στις σηνθήκες ανάπτυξης του καπιταλισμού τότε, και ιδιαίτερα στην Κεντρική Ευρώπη που έβλεπε το εθνικό της κεφάλαιο να στενάζει υπό την πίεση του διεθνοποιούμενου Αγγλοαμερικανικού κεφαλαίου. Φασισμός και διεθνοποίηση δεν συμβαδίζουν, γι’ αυτό και φασιστικά κινήματα άξια λόγου δεν υπήρξαν στη Βρετανία και τις Η.Π.Α. Αν υπάρχει σήμερα κίνδυνος ανάλογος με το φασισμό του μεσοπολέμου, υπάρχει από τις εθνικές μικροαστικές τάξεις που αποδιαρθρώνονται από το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο.

  4. 06/02/2008 στο 21:37

    Πολύ σημαντικές οι αναφορές στο αναρτηθέν άρθρο.

    Ανάλογες απόψεις είχε υποστηρίξει στην Ελλάδα και ο Αντώνης Λαυραντώνης,που στα «πέτρινα χρόνια» συμμετείχε στο «κύκλο» του Σπύρου Πρίφτη (Στίνα). Ο Λαυραντώνης (ο οποίος θεωρείται πνευματικός δάσκαλος του Παναγιώτη Κονδύλη) την εποχή της επτάχρονης δικτατορίας πρωτού φυλακιστεί, σε επιστολή
    προς φίλους του Ευρωπαίους έγραφε: «Η έλλειψη αντιδράσεων κατά του πραξικοπήματος . . . θα πρέπει να αναζητηθεί κυρίως στο γεγονός ότι οι λαϊκές μάζες δεν είχαν κανένα βαθύτερο σύνδεσμο μ’ αυτή τη ‘’δημοκρατία’’ που κατέρρεε, και δεν αισθάνονταν μια πραγματική ανάγκη να την υπερασπίσουν. . . .Όσον αφορά την κατάργηση των ελεύθερων δημοκρατικών θεσμών κλπ., όλα αυτά δεν θίγουν άμεσα και κατά κύριο λόγο την ίδια την εργατική τάξη, αλλά τη γραφειοκρατία της, και, ακόμη, τους αστούς διανοουμένους, επαγγελματίες πολιτικούς και δημοσιογράφους. Η ίδια η τάξη ενδιαφέρεται περισσότερο για τα προβλήματα τής ύπαρξής της. . . .Αν ο Χίτλερ μπόρεσε να επηρεάσει τους Γερμανούς εργάτες σε αξιόλογο βαθμό και να τους οδηγήσει σ’ έναν τόσο καταστροφικό πόλεμο, αυτό το πέτυχε επειδή μπόρεσε να δώσει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μια στοιχειώδη λύση στα αγωνιώδη προβλήματα της ύπαρξής τους. Δεν φθάνω στο συμπέρασμα ότι η επικράτηση του φασισμού είναι χωρίς σημασία για την εργατική τάξη. Απλώς δεν την αντιλαμβάνομαι σαν πλήγμα θανάσιμο, όπως συμβαίνει με τόσους άλλους. Κι αυτό για τον λόγο ότι δεν πιστεύω πια στη σημασία των δημοκρατικών θεσμών σαν όρου sine qua non για τη ΄΄διαπαιδαγώγηση΄΄ και ΄΄συνειδητοποίηση΄΄ της τάξης, καθώς και στον δικό μας ρόλο σαν ‘’παιδαγωγών’’ ή σαν ‘’φορέων της σοσιαλιστικής συνείδησης’’. . .» (Αναφορά: Μ. Μαρκίδης – Ο Κονδύλης κι Eμείς: Οι δρόμοι που πήραμε-«Σημειώσεις» τ. 53, Ιούλιος 2000).

    Καλό βράδυ.

  5. Γεωργιος Τσαπανος
    06/02/2008 στο 23:25

    Τι μου φερνετε στο νου…..τον Ιταλο φασιστα Stefano που μου ελεγε (προσπαθωντας να μου εξηγηση την πολιτικη του τοποθετηση):
    «Giorgio…stami a sentire…..se io non fossi un fascista sarei communista………non c’e una differenza..»

    Γιωργο….ακου με…….εαν δεν ημουν φασιστας θα ημουν κομμουνιστης……δεν υπαρχει διαφορα.

    Λ.

  6. 07/02/2008 στο 00:31

    Ερμηνείες ανερμήνευτες, που μπορούν να παρασύρουν τον οποιοδήποτε να ερμηνεύει την ιστορία με τσαχπινιά. Αλλά αυτό δεν είναι ούτε ιστορία ούτε ερμηνεία και πολύ χειρότερα δεν είναι ανάλυση.
    Δεν είναι το ίδιο να πηγαίνεις κάπου με τη θέλησή σου ή να πηγαίνεις με το ζόρι, ακομα και αν αυτό το κάπου είναι μια λαθεμένη πορεία. Αλλά και αυτη η λαθεμένη πορεία είναι ένα ζήτημα ιστορικής ανάλυσης, που πολλές φορές έρχεται εκ των υστέρων να χαρακτηρίσει μια ιστορική στιγμή.
    Δεν αντιλαμβάνομαι πού το πάει ο Ντωβέ, αλλά και γιατί θα πρέπει να καταλάβουμε τις σοφίες του καθένα.
    Πρόσεξε σε παρακαλώ την πρόταση:
    «ο φασισμός υπήρξε το προϊόν μιας διπλής αποτυχίας: της ήττας των επαναστατών οι οποίοι συνετρίβησαν από τους σοσιαλδημοκράτες και τους φιλελεύθερους συμμάχους τους, την οποία ακολούθησε η αποτυχία των φιλελεύθερων και των σοσιαλδημοκρατών να διαχειρισθούν αποτελεσματικά το κεφάλαιο».

    Βάζει σε ένα τσουβάλι όλες τις αντίθετες έννοιες και πετάει προτάσεις χωρίς νόημα, ούτε λογικό ούτε ιστορικό, για τους παρακάτω λόγους:
    α. ο φιλελεύθερος είναι η χειρότερη μορφή του καπιταλιστή, χαρακτηρίζει τον λεσε φαιρ στον καπιταλισμό και την σημερινή άποψη της αυτορυθμιζόμενης αγοράς, σε αντίθεση με τον μετριασμό που πρότεινε ο Κέυν και που για την εποχή του ψυχρού πολέμου εφαρμόστηκε, κυρίως από το φόβο του αντίπαλου δέους.
    ο φιλελεύθερος δεν έχει καμιά συγγένεια με τον σοσιαλδημοκράτη! ούτε νοηματική ούτε ιστορική.
    Ο φιλελεύθερος δεν θέλει απλώς να διαχειριστεί το Κεφάλαιο, εκπροσωπεί το Κεφάλαιο, είναι το Κεφάλαιο, θέλει να επικρατήσει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής με όποιο σκληρό μέσο έχει στη διάθεση του και πάσει θυσία. Ο φασισμός ή ο ναζισμός, χαρακτηρίζει μια ιστορική περίοδο, δεν είναι ένας ξεχωριστός τρόπος παραγωγής και διανομής αγαθών, όπως ο σοσιαλισμός ή ο κομμουνισμός, αλλά ενας πολιτικός χαρακτηρισμός.
    Η δικτατορία επιβάλλεται όταν η κυρίαρχη τάξη αδυνατεί να κυβερνήσει και την ίδια στιγμή η καταπιεζόμενη τάξη εν προκειμένω το προλεταριάτο δεν έχει την δύναμη να επιβάλει τη δική της εξουσία.
    Βέβαια, οι έννοιες ανακατεύονται όταν μιλάμε κάθε μέρα αναμετάξυ μας, αλλά ένας διανοητής οφείλει να μην τα τσουβαλιάζει.

  7. Ανώνυμος
    07/02/2008 στο 10:13

    poutanas gioi fasistes de3ioi

  8. Ανώνυμος
    07/02/2008 στο 10:15

    ti theia sas pws ti lene eipame?

  9. bfo
    07/02/2008 στο 16:17

    Χαιρετώ, συγνώμη για την υπερκατάχρηση του χώρου του Ιστολογίου, αλλά θα παραθέσω ένα σχετικό κείμενο πάνω στον Ντωβέ του Γ. Ιωαννίδη (μεταφραστής – εργοτέχνης – χαπίφιος):

    Σχόλια πάνω στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ «Έκλειψη κι επανεμφάνιση τού κομμουνιστικού κινήματος»

    Στα αναμφισβήτητα «υπέρ» αυτού τού βιβλίου είναι η έμφαση που θέλει να δώσει στο «τώρα» τού κομμουνισμού, σαν ένα υπαρκτό ήδη από σήμερα κίνημα. Ωστόσο έψαξα να βρω κάτι το συγκεκριμένο πάνω σ’ αυτό το «τώρα», και δεν το βρήκα. Για παράδειγμα : τι είναι αυτό που κάνει μια πράξη ή μια κίνηση στο «τώρα» να χαρακτηρίζεται δικαίως «κομμουνιστική» και τι την διαφοροποιεί ριζικά από άλλες, καμμιά φορά πολύ πιο θεαματικές, που επικαλούνται αδίκως αυτό το όνομα; Παρά τις προσπάθειές του, ο Ντωβέ δεν το διευκρινίζει. Αντίθετα, με διάφορους τρόπους, δυναμιτίζει την προσπάθεια μιάς τέτοιας διευκρίνησης.

    Κατά τη γνώμη μου, σ’ αυτή την εσωτερική του αντιφατικότητα βρίσκεται και το ενδιαφέρον αυτού τού βιβλίου καθώς, παρά τις προθέσεις τού συγγραφέα του, αποτελεί μια συνοπτική έκθεση μάλλον παρά επίλυση μιάς διαρκούς εσωτερικής αδυναμίας τού κομμουνιστικού κινήματος συνολικά, όπως αυτό εκφράστηκε στην ιστορία τών δύο τελευταίων αιώνων και κυρίως κατά τα τελευταία 40 χρόνια. Η αδυναμία αυτή έχει ήδη εκφραστεί μέσ’ από τη δυσκολία τού ίδιου τού Μαρξ να συμβιβάσει πειστικά τη σύλληψη τής ιστορίας ως «πάλης τών τάξεων» από τη μια και ως «ανάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων» από την άλλη, και τη δυσκολία τών επιγόνων του συνολικά να βρούνε το νήμα που συνδέει την «αντικειμενική» με την «αντικειμενική» πλευρά τόσο τής αλλοτρίωσης όσο και τού αγώνα εναντίον της. Και οπωσδήποτε σήμερα που, έπειτα από την εμπειρία τής δεκαετίας τού ’60, γνωρίζουμε οτι δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς ν’ αλλάξουμε τον εαυτό μας και αντίστροφα, γίνεται όλο και πιο σαφές οτι η αδυναμία αυτή τού ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος βρίσκεται στη ρίζα τής «έκλειψής» του` και οτι δεν μπορούμε να περιμένουμε μια «επανεμφάνισή» του όσο δεν καταφέρνει να την απαντήσει.

    Πρέπει αμέσως να υπογραμμίσω οτι δεν θεωρώ τις αντιφάσεις ενός συγγραφέα, ενός ανθρώπου, σαν κάτι το αρνητικό ή μειωτικό. Αντίθετα, θεωρώ οτι οι αντιφάσεις είναι το πλουσιότερο κομμάτι κάθε ανθρώπου, διότι μέσ’ από αυτές — και επειδή ουσιαστικά εκφράζουν τις αντιφάσεις καθενός από εμάς στον αγώνα μας για την ελευθερία και στις αντικειμενικές κι υποκειμενικές δυσκολίες που συναντάμε εδώ –, γίνεται συζητήσιμος όπως όλοι μας, δηλαδή πραγματικά ενδιαφέρων για το σύνολο.

    Μια πρώτη γενική τοποθέτηση λοιπόν πάνω στο συγκεκριμένο βιβλίο : οι αντιφάσεις και τ’ αδιέξοδα τού Ντωβέ, που θα επισημάνω στη συνέχεια, οφείλονται στο γεγονός οτι, ενώ υιοθετεί ασυζητητί τον κλασικό μαρξιστικό ντετερμινισμό και «αντικειμενισμό», επειδή ωστόσο γνώρισε το κίνημα τού ’68 δεν μπορεί να παρακάμψει πλήρως το ζήτημα τής ανθρώπινης υποκειμενικότητας, το οποίο παρέκαμπτε ο κλασικός ιστορικός κομμουνισμός (με φωτεινές αλλά μοναχικές εξαιρέσεις τις περιπτώσεις τού Βίλχελμ Ράιχ και τού Όττο Ρύλε).

    Πράγματι, ένα μέρος από την αντιφατικότητα τού Ντωβέ οφείλεται στο ντετερμινισμό του, δηλαδή στο οτι θεωρεί σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό τον κομμουνισμό ως κάτι το «ιστορικά απολύτως αναγκαίο», που έρχεται έτσι κι άλλιώς και ανεξάρτητα από τη σκέψη, τη θέληση και την απόφαση τών ανθρώπων. Λέει για παράδειγμα : «Ο μηχανισμός τής κομμουνιστικής επανάστασης είναι προϊόν τών αγώνων. Η ανάπτυξη αυτών τών αγώνων φέρνει τα πράγματα σε ένα σημείο όπου η κοινωνία αναγκάζει όλα τα άτομα, στα οποία δεν αφήνει καμμιά άλλη προοπτική, να εγκαθιδρύσουν νέες κοινωνικές σχέσεις. Εάν σήμερα ένας αριθμός κοινωνικών αγώνων δείχνει να μην οδηγεί πουθενά, αυτό συμβαίνει επειδή η μόνη πιθανή τους συνέχιση θα ήταν ο κομμουνισμός, ανεξαρτήτως τού τι σκέφτονται αυτοί που συμμετέχουν σε αυτούς» (σελ. 45-46, οι υπογραμμίσεις δικές μου). Δεν είναι τυχαία εδώ, μεταξύ άλλων, η χρήση τής λέξης «μηχανισμός» : για τούς ντετερμινιστές η ιστορία είναι κατά βάθος πάντοτε ένας μηχανισμός! Αλλά αυτή η ντετερμινιστική πλευρά τής σκέψης τού Ντωβέ έρχεται διαρκώς, και σε πολλά σημεία εμφανέστατα, σε αντίθεση με την προσπάθειά του να αναδείξει τον κομμουνισμό ως έργο απόφασης κι ελευθερίας.

    Από εδώ άλλωστε πηγάζουν και μια σειρά από αντιφάσεις του, που αφορούν στη δράση τών κομμουνιστών. Για παράδειγμα, ενώ τα όσα λέει στηρίζονται καταφανώς σε μια γενική θεωρία (τη μαρξική θεωρία περί αξίας, ανάπτυξης τών παραγωγικών δυνάμεων, κ.λπ.) και ενώ εμφανέστατα υποστηρίζει μια γενική θεωρία τής ιστορίας, από τη μιά υποστηρίζει πως «οι επαναστάτες (…) απλώς ανταλλάσσουν και διαδίδουν πληροφορίες και δημιουργούν επαφές με άλλους εργάτες` ποτέ δεν προσπαθούν να ορίσουν μια γενική θεωρία ή στρατηγική» (σελ. 64, μια ιδέα παρμένη από την Ι.C.O., στην οποία συμμετείχε), και από την άλλη, μόλις τρείς σελίδες παρακάτω, λέει : “Οποιαδήποτε μόνιμη ομάδα επαναστατών εργατών πρέπει να προσπαθήσει να βρει μια θεωρητική βάση για τη δράση της. Η θεωρητική αποσαφήνιση είναι συστατικό στοιχείο και απαραίτητη προϋπόθεση τής πρακτικής ενοποίησης” (σελ.67, οι υπογραμμίσεις τού Ντωβέ). Και ακόμα : “Η θεωρητική συνοχή είναι μόνιμος στόχος τών επαναστατών, εφόσον πάντοτε επισπεύδει τον πρακτικό συντονισμό τών επαναστατικών προσπαθειών” (σελ. 83, οι υπογραμμίσεις τού Ντωβέ).

    Στο ντετερμινισμό του άλλωστε οφείλεται και ο μάλλον έντεχνος τρόπος με τον οποίο ουσιαστικά παρακάμπτει το οργανωτικό ζήτημα συνολικά. Μιλώντας π.χ. για το “ιστορικό κόμμα”, όχι μόνον αποφεύγει μια σαφή τοποθέτηση στο επίπεδο τού “τώρα” αλλά αφήνει το όλο ζήτημα στις επιταγές τής “ιστορικής αναγκαιότητας” : “Δεν χρειάζεται να δημιουργηθεί ή να μη δημιουργηθεί : είναι απλώς (!) ιστορικό προϊόν”. Επομένως οι επαναστάστες δε χρειάζεται ούτε να το δημιουργήσουν ούτε να φοβούνται να το δημιουργήσουν” (σελ. 67). Με άλλα λόγια, το “ιστορικό κόμμα” θα φυτρώσει ανεξάρτητα από τη θέληση, τη σκέψη και την απόφαση τών ανθρώπων να το “σπείρουν”! Για τον ντετερμινισμό η ιστορία δεν είναι μόνο ένας μηχανισμός, αλλά ένας “φυσικός” μηχανισμός όπου τα πιο κρίσιμα πράγματα φυτρώνουν από μόνα τους!

    Παρακάμπτοντας όμως έτσι το οργανωτικό ζήτημα, ο Ντωβέ παρακάμπτει εξίσου και το κρίσιμο ζήτημα τών σχέσεων μεταξύ τών κομμουνιστών και τού “απλού κοσμάκη”, ένα ζήτημα που έχει συνδεθεί με τις πιο μαύρες σελίδες τού ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος καθώς συχνά ερμηνεύτηκε με τούς όρους μιάς κομματικής “πεφωτισμένης δικτατορίας”. Έτσι, ενώ ο Ντωβέ δεν θέλει οι σχέσεις αυτές να είναι οι συνήθεις εξουσιαστικές-γραφειοκρατικές σχέσεις μεταξύ μιάς αυτοαποκαλούμενης πρωτοπορείας και τών υποτιθέμενα συνειδησιακά “καθυστερημένων” προλεταρίων, ωστόσο, μόλις πάει να γίνει πιο συγκεκριμένος, καταλήγει κι αυτός να προσδιορίζει αυτές τις σχέσεις μ’ ένα σαφώς πατερναλιστικό τρόπο. Λέει : “Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι συνθήματα αλλά μια ερμηνεία τού υπόβαθρου και τού μηχανισμού αυτών τών αγώνων. Αυτό που πρέπει να δείξει κανείς είναι μόνο το τι θα αναγκαστούν να κάνουν” (σελ. 51, η υπογράμμιση τού Ντωβέ). Ποιός όμως είναι ο κάτοχος αυτής τής “γνώσης”; Ποιός είναι αυτός που γνωρίζει ήδη αυτό που είναι αναγκασμένοι να κάνουν όλοι οι άνθρωποι; Ποιός άλλος εκτός από κάποιον που υποτίθεται οτι, σαν ένας “πεφωτισμένος μπαμπάς”, έχει ήδη ζήσει και γι’ αυτό γνωρίζει ήδη αυτά που πρόκειται να ζήσουν όλοι οι άλλοι άνθρωποι κι έτσι βρίσκεται ένα βήμα μπροστά από αυτούς; Και ποιός τελοσπάντων έχει ήδη ζήσει και συνειδητοποιήσει αυτά που πρόκειται να ζήσουν όλοι οι άνθρωποι ώστε να ξέρει τι θα αναγκαστούν να κάνουν;

    Παρά τις καλές προθέσεις του λοιπόν, οι απόψεις αυτές τού Ντωβέ δεν βοηθούν πραγματικά σε μια ρήξη με τη γραφειοκρατική αντίληψη τής οργάνωσης. Απλώς, η εξουσιαστική φύση τού ντετερμινισμού φανερώνεται κι εδώ, μέσ’ από τα γραπτά κάποιου κομμουνιστή που, αλοίμονο, φαίνεται οτι δεν έχει τέτοιες προθέσεις, μιάς και τουλάχιστον αντιτίθεται στο λενινισμό. Ωστόσο, όλα όσα προαναφέραμε ενδεικτικά, δεν οφείλονται μόνο στο ντετερμινισμό τού Ντωβέ. Οφείλονται, ακόμα βαθύτερα, σε αυτό που τον οδηγεί να υιοθετεί το ντετερμινισμό. Θα προσπαθήσω να το δείξω μέσ’ από δύο πολύ ενδεικτικά παραδείγματα.

    Το πρώτο αφορά στο πώς ο Ντωβέ αντιλαμβάνεται τον κομμουνισμό και, μέσ’ από αυτόν, ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία. Ακολουθώντας πιστά το κλασικό σχήμα τού Μαρξ, θεωρεί οτι η κοινωνία ξεκίνησε από μια κατάσταση «πρωταρχικής σπάνης» : «Η πρωτόγονη κοινότητα είναι πολύ φτωχή και αδύναμη για να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες τής εργασίας. Γνωρίζει την εργασία μόνο στην άμεση μορφή της. Η εργασία δεν αποκρυσταλλώνεται, δε συσσωρεύεται σε εργαλεία` ελάχιστη παρελθοντική εργασία αποθηκεύεται» (σελ. 40). Με βάση αυτό το σχήμα, μόλις επιτέλους αποθηκευτεί κάποια στιγμή ένα κάποιο πλεόνασμα «παρελθοντικής εργασίας», κάποιοι (που ποιός ξέρει από πού βγήκανε!) το ιδιοποιούνται και εκμεταλλεύονται τούς υπόλοιπους. Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι, κατά τον μαρξιστή Ντωβέ, «σ’ αυτή την περίοδο η ανθρωπότητα δεν διαθέτει ένα παραγωγικό μηχανισμό που να είναι ικανός να καταστήσει την εκμετάλλευση τής ανθρώπινης εργασίας περιττή και ολέθρια» (σελ. 40). Κοντολογίς, τόσο η υποδούλωση όσο και η απελευθέρωση τού ανθρώπου είναι, «σε τελευταία ανάλυση» όπως έλεγε κομψά ο Ένγκελς, ζήτημα ενός «παραγωγικού μηχανισμού». Από την ιστορία σαν μηχανισμό στην παραγωγή σαν μηχανισμό η απόσταση είναι πολύ μικρή, κι έτσι υποτίθεται οτι φτάνουμε σ’ ένα σημείο όπου, η επιπλέον ανάπτυξη τής παρελθοντικής εργασίας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση τού καπιταλισμού και, από εδώ, τού κομμουνισμού : «Ο κοινωνικός χαρακτήρας τής ανθρώπινης δραστηριότητας έχει πλέον υλοποιηθεί σε ένα εργαλείο (!) ικανό να δημιουργήσει (!), όχι έναν επίγειο παράδεισο, αλλά μια ανάπτυξη που θα κάνει την καλύτερη δυνατή χρήση τών υπαρχόντων πόρων για να ικανοποιήσει τις ανάγκες και να παράγει νέους πόρους που να ανταποκρίνονται σε αυτές» (σελ. 41, οι υπογραμμίσεις δικές μου). Δεν θα επιμείνω εδώ σε κλασικές αντιφάσεις τού Μαρξ, που υιοθετεί άκριτα ο Ντωβέ — όπως π.χ. αυτή που, ενώ ορίζει σαν προϋπόθεση τού κεφαλαίου το «χωρισμό τών παραγωγών από τα μέσα παραγωγής», θεωρεί ταυτόχρονα ως προϋπόθεση για την εμφάνιση τού καπιταλισμού τη συσσώρευση ενός «εμπορικού κεφαλαίου», το οποίο ωστόσο δεν στηρίζεται σ’ αυτό το χωρισμό και όμως είναι κεφάλαιο. Θα πάω κατευθείαν στην καρδιά τού προβλήματος.

    Δεν υπογράμμισα τυχαία κάποιες λέξεις κι εκφράσεις στην παραπάνω πρόταση τού Ντωβέ, που παρέθεσα : «εργαλείο», «ικανό να δημιουργήσει», «χρήση τών υπαρχόντων πόρων», «για να ικανοποιήσει τις ανάγκες». Κατ’ αρχήν, και μόνον η ιδέα οτι ένα εργαλείο είναι «ικανό να δημιουργήσει» το οτιδήποτε (πόσο μάλλον τις βάσεις τού κομμουνισμού) είναι σκανδαλώδης! Τα εργαλεία, είτε με τη στενότερη είτε με την ευρύτερη έννοια τού όρου, δεν δημιουργούν ποτέ και τίποτα. Τα εργαλεία και οι μηχανισμοί απλώς αναπαράγουν. Ο άνθρωπος δημιουργεί. Κατά δεύτερον, βλέπουμε εδώ μια αναγκαιοκρατική σύλληψη τού κομμουνισμού που, παρά τα όσα λέει ο Ντωβέ για τη σύνδεση μεταξύ εργασίας και «παιχνιδιού», τον θεωρεί κατά βάση σαν ένα σύστημα καλύτερης χρήσης τών υπαρχόντων πόρων. Αυτό θα ήταν σωστό και επιθυμητό αν δεχόμασταν οτι αυτό που καθορίζει τον άνθρωπο είναι οι ανάγκες και η ικανοποίηση τών αναγκών, οπότε η ελευθερία, η κουλτούρα, η τέχνη, η πολιτική κι ένα σωρό άλλες εκδηλώσεις τού ανθρώπου, που δεν έχουν να κάνουν με την ανάγκη, δεν θα ήταν παρά «υπερδομές». ΄Ισως και να ‘ναι έτσι, αλλά οφείλουμε να το εξετάσουμε (αφού μάλιστα έχουμε ήδη υπ’ όψη μας την αμηχανία τού Μαρξ απέναντι λ.χ. στην αρχαία ελληνική τέχνη). Και οφείλουμε πρώτα-πρώτα να δούμε τι θεωρητικές και πρακτικές συνέπειες έχει η αποδοχή αυτής τής αντίληψης. Ας το επιχειρήσουμε εξετάζοντας τις συνέπειές του στη σκέψη τού Ντωβέ.

    Σύμφωνα με αυτή την αναγκαιοκρατική-ντετερμινιστική αντίληψη, που αποτελεί και μια συγκεκριμένη άποψη για το τι είναι πλούτος και που εξισώσει το βασίλειο τής ελευθερίας μ’ ένα βασίλειο «ικανοποίησης τών αναγκών», ο Ντωβέ θεωρεί ως προϋπόθεση τού κομμουνισμού τη «συσσώρευση αρκετής παρελθοντικής εργασίας» (σελ. 41). Χωρίς να προσδιορίζει κάπως αυτό το «αρκετής» (και πώς άλλωστε να το προσδιορίσει;), κι αφού δικαιώσει έτσι όλες τις μέχρι σήμερα διαμεσολαβήσεις («ήταν απαραίτητες για να συσσωρευτεί αρκετή παρελθοντική εργασία παρ’ όλη την αθλιότητα που συνεπάγονταν», σελ. 41), προχωράει με συνέπεια στη λογική του ένα βήμα παραπέρα που, ας το πούμε, ακόμα και ο Μαρξ δίστασε να το κάνει τόσο «άνετα» : η συσσώρευση αυτής τής «αρκετής» παρελθοντικής εργασίας είναι απολύτως αναγκαία «ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους ανθρώπους να κάνουν χωρίς αυτές τις διαμεσολαβήσεις» (σελ. 41). Τι μάς λέει δηλαδή; Οτι η κινητήρια δύναμη τού ανθρώπου βρίσκεται στις «ανάγκες» και την «ικανοποίηση τών αναγκών», και οτι, κατά συνέπεια, το όλο κοινωνικό πρόβλημα τής εκμετάλλευσης και τής αλλοτρίωσης έχει ουσιαστικά, ή μάλλον αποκλειστικά, να κάνει με ένα κάποιο χαμηλό ή ψηλό «επίπεδο» συσσώρευσης παρελθοντικής εργασίας, δηλαδή εργαλείων, μηχανών, αποθηκευμένων γνώσεων! Οπότε, όταν αυτό το «επίπεδο» ψηλώσει «αρκετά» (τώρα τι σημαίνει αυτό, ας το αφήσουμε…), τότε, λίγο-πολύ αυτομάτως, θα εκλείψουν όλες οι προϋποθέσεις που έως τότε καθιστούσαν «αναγκαία» την αθλιότητα και τις διαμεσολαβήσεις, και η ανθρωπότητα θα περάσει σ’ ένα ανώτερο, κομμουνιστικό στάδιο.

    Αφήνοντας τα «επίπεδα» και τα «αρκετά», με πιο απλά λόγια ο Ντωβέ μάς λέει : «Αφού αποταμιεύσουμε τα αναγκαία για την επιβίωση, τότε θα μπορέσουμε επιτέλους να ζήσουμε»! Κοντολογίς, όπως κάθε ντετερμινισμός, συλλαμβάνει τον κομμουνισμό (και τον ίδιο τον άνθρωπο) στη βάση ενός μικροαστικού πνεύματος «αποταμίευσης» : «Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει» ή αλλιώς «πρώτα να φάμε κι έπειτα θα … δημιουργήσουμε». Αυτή την άποψη τη διαψεύδει βεβαίως ολόκληρη η ιστορία! Ποτέ ο υλικός πλούτος και η «επαρκής» ικανοποίηση τών αναγκών δεν αποτέλεσαν βάση και κίνητρο για την απελευθέρωση τής ανθρώπινης, ατομικής και συλλογικής, δημιουργικότητας. Ούτε ίσως και η απόλυτη φτώχεια Πράγμα που, έτσι ή αλλιώς, επιβεβαιώνει οτι η ανθρώπινη δημιουργικότητα έχει πολύ μικρή σχέση με την «ικανοποίηση τών αναγκών». Κάτω από το «αποταμιευτικό» πνεύμα λοιπόν, η ανθρώπινη δημιουργικότητα κι ελευθερία γίνεται, στη χειρότερη περίπτωση, απλό διακοσμητικό εξάρτημα ενός «μηχανισμού ικανοποίησης τών αναγκών» και, στην καλύτερη, μια ιδέα «ιστορικής παιδικής χαράς», την οποία θα απολαμβάνουν οι άνθρωποι έχοντας εξασφαλίσει τούς μηχανισμούς που θα εγγυώνται κάπως αυτόματα την αδιατάρακτη «ικανοποίηση τών αναγκών» με την επιβίωση τής «παρελθοντικής εργασίας»! Μπορεί ο Ντωβέ να μην αποδέχεται την ιδέα τής «παιδικής χαράς», ωστόσο η όλη ντετερμινιστική του σύλληψη εκεί τον οδηγεί μιάς και συλλαμβάνει την ελευθερία σαν ένα απλό και μηχανικό αποτέλεσμα ενός ορισμένου (ή μάλλον ακαθόριστου!) «επιπέδου ανάπτυξης» ενός παραγωγικού μηχανισμού.

    Έρχομαι λοιπόν από εδώ στο δεύτερο ενδεικτικό παράδειγμα τού όλου προβλήματος αυτών τών συλλήψεων. Κι αυτό αφορά στη θέση που παίρνει, ή μάλλον δεν παίρνει, ο Ντωβέ σχετικά με τη δημοκρατία ειδικά και την πολιτική γενικότερα. Ας ξεκινήσουμε με τη θέση του για την πολιτική. Τι μάς λέει γι’ αυτό το ζήτημα; «Ο κομμουνισμός είναι επίσης το τέλος οποιουδήποτε στοιχείου ήταν έως τώρα απαραίτητο για την ενοποίηση τής κοινωνίας : είναι το τέλος τής πολιτικής» (σελ. 41). Επισημαίνω εδώ αμέσως οτι συνταυτίζει λαθεμένα την πολιτική με το κράτος. Διότι το κράτος μπορεί να είναι ένα «εξωτερικό στοιχείο ενοποίησης τής κοινωνίας». Δεν είναι όμως η πολιτική! Πώς όμως δικαιολογείται αυτή η ιδέα περί ενός «τέλους τής πολιτικής» (όπως και η αντίστοιχη περί ενός «τέλους τής τέχνης, τής φιλοσοφίας, κ.λπ.»); Δικαιολογείται μόνον αν, εξισώνοντάς την με το κράτος, θεωρήσουμε την πολιτική σαν μια «εξωτερική διαμεσολάβηση» και αν θεωρήσουμε οτι, όπως όλες οι εξωτερικές διαμεσολαβήσεις, υπάρχει σαν «υπερδομή» και μόνο στο βαθμό που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί «επαρκώς» η παραγωγική «υποδομή». Έτσι υποτίθεται οτι στον κομμουνισμό δεν θα υπάρχει πολιτική (ούτε τέχνη, φιλοσοφία, κ.λπ.) και γι’ αυτό ο Ντωβέ δηλώνει αμέσως μετά : «Δεν είναι (ο κομμουνισμός) ούτε δημοκρατικός, ούτε δικτατορικός». Με άλλα λόγια, κατ’ αυτόν ο κομμουνισμός δεν έχει πολιτική υπόσταση, δηλαδή στον κομμουνισμό δεν θα υπάρχει πλέον ζήτημα πολιτικών αποφάσεων!

    Πώς όμως θα παίρνονται οι αποφάσεις στον κομμουνισμό; Θα «φυτρώνουν» άραγε κι αυτές όπως και οι υπόλοιπες «υπερδομές»; Ας το εξετάσουμε ξεκινώντας από το παρόν. Αν ο κομμουνισμός δεν έχει πολιτική υπόσταση ως μέλλον, προφανώς (κι εφόσον συμφωνούμε με τον Ντωβέ οτι ο κομμουνισμός είναι υπαρκτός ήδη από τώρα) δεν την έχει ούτε και ως «τώρα». Πώς όμως δικιολογείται αυτό; Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί οτι τόσοι πολιτικοί αγώνες θα (ή πρέπει να) οδηγήσουν στο «τέλος τής πολιτικής»; Δικιολογείται μόνον αν δεχτούμε την όλη, μαρξικής έμπνευσης, σύλληψη τού Ντωβέ, στην οποία άλλωστε στηρίζει και την ιδέα του περί «τέλους τής πολιτικής» : οι «παραγωγικές δυνάμεις» ή η «παρελθοντική εργασία» θα έχουν φτάσει σ’ ένα τέτοιο επίπεδο «επαρκούς ανάπτυξης» όπου οι άνθρωποι δεν θα έχουν ουσιαστικά ν’ αποφασίσουν για τίποτα, τουλάχιστον με ό,τι γνωρίζουμε ως «αποφασίζω», δηλαδή διακυβεύω, ρισκάρω, εκδηλώνω πρακτικά την ελευθερία μου. Τώρα, το πώς συμβιβάζεται αυτό με το σημείο που λέει οτι «και στον κομμουνισμό δεν αποκλείονται οι συγκρούσεις ούτε ακόμα και κάποια μορφή βίας» (σελ. 41), αυτό είναι ένα πρόβλημα όχι μόνο τού Ντωβέ αλλά συνολικά τών ντετερμινιστών. Διότι το ζήτημα δεν είναι αν θα υπάρχουν ή όχι συγκρούσεις στον κομμουνισμό (προφανώς θα υπάρχουν!). Το ζήτημα είναι το πώς θα λύνονται.

    Προσπαθώντας να λύσει αυτό το πρόβλημα, και απαντώντας τόσο στους ουτοπιστές σοσιαλιστές όσο και στους αναρχικούς, ο Ντωβέ υποστηρίζει : «Μόνο καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις, βασισμένες σε ένα δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης τής υλικής παραγωγής, κάνουν την αρμονία μεταξύ τών ατόμων τόσο εφικτή και πραγματική όσο και απαραίτητη (κάτι που περιλαμβάνει και συγκρούσεις, βλ. παραπάνω). Τότε τα άτομα μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους, αλλά μόνο μέσω τής αυτόματης συμμετοχής στη λειτουργία τής ομάδας, χωρίς να είναι απλά εργαλεία τής ομάδας» (σελ. 43, η υπογράμμιση δική μου). Η χρήση τής λέξης «αυτόματη» μάλλον συγκαλύπτει παρά λύνει το πρόβλημα, που έτσι κι αλλιώς ο Ντωβέ δεν μπορεί να αντιμετωπίσει όσο επιμένει στον ντετερμινισμό. Και το πρόβλημα αυτό είναι : ποιοί και με ποιόν τρόπο καθορίζουν αυτές τις κοινωνικές σχέσεις; Κατά τον Ντωβέ, το «δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης τής υλικής παραγωγής» και όχι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Στον Μαρξ τουλάχιστον (κι εδώ ο Ντωβέ είναι πιο ντετερμινιστής από αυτόν), αυτού τού είδους ο καθορισμός ισχύει μόνο για την ανθρώπινη «προϊστορία», κατά την οποία «οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία αλλά όχι ελεύθερα».

    Για να το θέσουμε «πρακτικά» : εάν υπάρχουν συγκρούσεις τόσο στο «τότε» όσο και στο «τώρα» τού κομμουνισμού, και μάλιστα συγκρούσεις αποφασιστικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, τότε είναι προφανές οτι αυτές οι συγκρούσεις, όπως όλες οι συγκρούσεις αποφασιστικής σημασίας, δεν είναι δυνατόν να λύνονται «αυτόματα» αλλά θα πρέπει να επιλύονται με κάποιον τρόπο που, χωρίς να είναι κρατικός ή κρατικιστικός, δεν μπορεί ωστόσο να είναι παρά πολιτικός. Σ’ αυτή την περίπτωση είναι εξαιρετικά κρίσιμο ν’ απαντηθεί, από τώρα, το ερώτημα που αποφεύγει ν’ απαντήσει ο Ντωβέ : το ερώτημα τού αν αυτές οι συγκρούσεις θα επιλύονται με τρόπο δημοκρατικό ή δικτατορικό. Πράγμα που σημαίνει οτι, «τότε» όπως ακριβώς και «τώρα», όχι μόνο δεν τίθεται ζήτημα «τέλους τής πολιτικής» αλλά αντίθετα αναζωογόνησής της.

    Η ιδέα τού «τέλους τής πολιτικής», και τής συνακόλουθης (αμήχανης στον Ντωβέ, συμφεροντολόγου σε άλλους) σιωπής γύρω από το αν ο κομμουνισμός είναι «δημοκρατικός ή δικτατορικός», μπορεί να ισχύει μόνον εάν υποθέσουμε πως οι συγκρούσεις αυτές δεν θα είναι αποφασιστικής σημασίας και θα λύνονται λίγο-πολύ αυτόματα. Κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να υποστηριχτεί μόνον αν υποθέσουμε αυτό που ο Ντωβέ έχει την πρόθεση ν’ αποφύγει αλλά δεν μπορεί : οτι ο κομμουνισμός κάνει, «τότε» αν όχι ήδη από τώρα, τούς ανθρώπους κάτι μεταξύ «αυτομάτων» και «αγγέλων»! Πέρα από τις τραγικές συνέπειές της πάνω το ζήτημα τής ανθρώπινης ελευθερίας, τής ουσιαστικής ανθρώπινης ελευθερίας, μια τέτοια σύλληψη τού κομμουνισμού έχει συνέπειες και για την απόπειρα τού Ντωβέ να συνδέσει το «μέλλον» με το «παρόν» τού κομμουνισμού. Είναι προφανές οτι στο παρόν υπάρχουν διαφωνίες και συγκρούσεις (όχι μόνο μεταξύ κομμουνιστών και καπιταλιστών αλλά και) μεταξύ κομμουνιστών και κομμουνιστών, και μάλιστα άκρως αποφασιστικής σημασίας! Και είναι προφανές οτι, σ’ αυτό το παρόν, δεν είναι δυνατόν να παρακάμπτουμε το ζήτημα τού με ποιόν τρόπο, το δημοκρατικό ή το δικτατορικό, δηλαδή πολιτικό, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται και να λύνονται αυτές οι διαφωνίες και συγκρούσεις. Είναι δηλαδή προφανές οτι χρειαζόμαστε επειγόντως και πάντοτε μια σαφή, σαφέστατη μάλιστα, ιδέα για το ποιά πολιτική (δηλαδή ποιόν τρόπο επίλυσης τών διαφωνιών και τών συγκρούσεων) υπερασπιζόμαστε από τώρα : τη δημοκρατική λ.χ. ή τη δικτατορική; Αν δεν έχουμε μια σαφή ιδέα εδώ, δεν θα μπορούμε να διακρίνουμε με πολιτικούς όρους την αβυσσαλέα διαφορά που χωρίζει, στο «τώρα», μια αυθεντικά «κομμουνιστική» δράση από μια δράση που επικαλείται αυτό το όνομα προς όφελος εντελώς άλλων συμφερόντων.

    Για τον Ντωβέ, φαίνεται πως κάτι τέτοιο είναι άχρηστο. Φαίνεται πως δεν τού έτυχε ποτέ (;) να βρεθεί σε μια κατάσταση έντονων διαφωνιών και συγκρούσεων μεταξύ συντρόφων! Τα πράγματα εδώ τού φαίνονται τελείως απλά : «Τα μέλη (τού επαναστατικού κινήματος) – άτομα ή ομάδες – αλληλοϋποστηρίζονται τελείως φυσιολογικά μέσα στη δραστηριότητά τους και δίνουν ο ένας στον άλλον την απαραίτητη βοήθεια» (σελ. 136, οι υπογραμμίσεις δικές μου). Αναρωτιέμαι σε τι κίνημα έχει ζήσει ο Ντωβέ, αφού η δική μου εμπειρία είναι πολύ διαφορετική σ’ αυτό το ζήτημα! Όχι οτι δεν έχω ζήσει αυτή την «τελείως φυσιολογική» αλληλοϋποστήριξη. Όμως πολύ περισσότερο έχω ζήσει καταστάσεις διαφωνιών που δεν ξέραμε πώς και αν γεφυρώνονται, και που το πιο συχνό οδηγούσαν σε ανεπίλυτες συγκρούσεις τόσο μεταξύ ατόμων όσο και μεταξύ ομάδων. Για μένα, είναι προφανές οτι (όπως και ο Ντωβέ) βιαστήκαμε να συνταυτίσουμε την πολιτική με τους κρατικούς πολιτικούς και δεν σκεφτήκαμε αρκετά πάνω στην πολιτική ως τρόπο επίλυσης αυτών τών διαφωνιών, και μάλιστα – για να ξαναγυρίσω στο ερώτημα με το οποίο ξεκίνησα αυτό εδώ το σχολιο — ως το πιο άμεσο δείγμα μιάς αυθεντικά (ή μη, ανάλογα με τον τρόπο) κομμουνιστικής δράσης.

    Το να λέει κανείς οτι «αυθεντικά κομμουνιστική» δράση είναι εκείνη που «προωθεί τον κομμουνισμό», αποτελεί μια κλασική ταυτολογία. Όταν μάλιστα υποστηρίζει κανείς, όπως ο Ντωβέ, οτι ο κομμουνισμός είναι μια ιστορική αναγκαιότητα που στηρίζεται στην ανάπτυξη ενός «επαρκούς» επιπέδου παρελθοντικής εργασίας, χάρη στην οποία μάλιστα θα μπει ένα τέλος όχι μόνο στο κράτος αλλά και στην πολιτική, η ταυτολογία αυτή οδηγεί κατευθείαν στην ανοησία. Γιατί λοιπόν τότε να μην πούμε οτι η πιο «αυθεντικά κομμουνιστική» δράση είναι εκείνη που βοηθάει στην περαιτέρω «ανάπτυξη τής παρελθοντικής εργασίας», δηλαδή π.χ. η εφεύρεση και «αποθήκευση» νέων και πιο αυτόματων μηχανών, εργαλείων και γνώσεων; Μήπως επειδή υποτίθεται οτι αυτό το κάνει, για λογαριασμό τού κομμουνισμού, ο καπιταλισμός;

    Με τούς όρους που έχει θέσει ο Ντωβέ, κινούμαστε λοιπόν διαρκώς σ’ ένα φαύλο κύκλο όπου η «παρελθοντική εργασία» έχει μια διπλή όψη, σαν έκφραση τής καθυπόταξης τής ζωντανής εργασίας-δημιουργικότητας τών ανθρώπων από τη μια, και σαν αναγκαία προϋπόθεση για την απελευθέρωση αυτής τής ζωντανής εργασίας-δημιουργικότητας από την άλλη. Κι εδώ δεν πρόκειται περί «διαλεκτικής»! Αυτός ο φαύλος κύκλος υπάρχει ακριβώς επειδή, με την όλη σύλληψή του τής ιστορίας, τού κομμουνισμού και τής πολιτικής, ο Ντωβέ παρακάμπτει το βασικό ζήτημα, που είναι αυτό τής απόφασης : Ποιοί και με ποιόν (πολιτικό) τρόπο αποφασίζουν για το ποιά είναι τα ζωτικά προβλήματα, οι καίριες συγκρούσεις και ο (πολιτικός) τρόπος επίλυσής τους; Ας μην πέσουμε στην ευκολία ν’ απαντήσουμε με μια άλλη γνωστή ταυτολογία : «Εμείς!». Διότι τότε, εύλογα, οφείλουμε ν’ απαντήσουμε ξεκαθαρα στο ποιοί είμαστε «εμείς», και οι απαντήσεις εδώ δεν είναι διόλου δεδομένες για κανέναν.

    Είναι σαφές οτι ο Ντωβέ δεν μπορεί να μην παρακάμπτει αυτό το ζήτημα τής απόφασης εφόσον, όπως είδαμε, υποστηρίζει πως ο κομμουνισμός είναι η μόνη πιθανή συνέχεια τών αγώνων «ανεξάρτητα από το τι σκέφτονται όσοι συμετέχουν σε αυτούς». Εφόσον, όπως δηλώνουν οι φράσεις αυτού είδους, οι άνθρωποι είναι απλά «όργανα» τής θεάς Ιστορίας, πράγματι ζήτημα απόφασης και κατ’ επέκταση πολιτικό ζήτημα δεν υπάρχουν! Αλλά τότε, πρέπει ν’ αναρωτηθούμε : για τι είδους κομμουνισμό μιλάμε;

    Όλες αυτές οι αντιφάσεις τού Ντωβέ συμπυκνώνονται στην εντελώς αμφιλεγόμενη τοποθέτησή του απέναντι στη δημοκρατία και σε όλα τα ζητήματα που συνδέονται με αυτήν, όπως είναι το οργανωτικό ζήτημα. Είναι χαρακτηριστικό οτι ο Ντωβέ αντιμετωπίζει το οργανωτικό ζήτημα εντελώς κλασικά κι αφηρημένα : «Ο κομμουνισμός δεν είναι ζήτημα οργάνωσης, αν και το εμπεριέχει» (σελ. 47, η υπογράμμιση τού Ντωβέ). Προφανώς έχει δίκιο αν θεωρήσουμε το ζήτημα τής οργάνωσης σαν ένα απλό διαχειριστικό ζήτημα ή, ακόμα χειρότερα, σαν ένα ζήτημα συμμάζωξης και ομαδοποίησης μιάς υποτιθέμενης φανερής ή αόρατης «πρωτοπορείας». Ωστόσο, το οργανωτικό ζήτημα αφορά ουσιαστικά σε δύο εντελώς άλλου είδους προβλήματα. Πρώτον, στο πρόβλημα τών σχέσεων μεταξύ θεωρίας και πράξης, λόγων και έργων. Και δεύτερον, και πιο πρωταρχικά, στο πρόβλημα τού τρόπου επίλυσης τών διαφορών και τών συγκρούσεων μεταξύ τών ανθρώπων ανεξαρτήτως ετικέτας και συντροφιλικιών. Μ’ αυτή την έννοια, το ζήτημα τής οργάνωσης είναι το πολιτικό ζήτημα τής κοινωνικής οργάνωσης — δηλαδή, με άλλα λόγια και για όποιον ενδιαφέρεται για μια κοινωνία δίκαιη και ελεύθερη, είναι το ζήτημα τής δημοκρατίας.

    Είδαμε την ασάφεια τού Ντωβέ πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Ας σημειώσουμε εδώ οτι, επιπλέον, κάνει λάθος όταν λέει ότι «προφανώς (ο κομμουνισμός) είναι ‘δημοκρατικός’ εάν αυτό σημαίνει οτι όλοι είναι υπεύθυνοι για τις κοινωνικές δραστηριότητες» (σελ. 41). Τα εισαγωγικά στα οποία βάζει τη λέξη «δημοκρατικός» φανερώνουν την αμηχανία που προαναφέραμε. Αλλά πέρα από αυτό, δημοκρατία δεν σημαίνει, όπως το λέει εδώ, απλώς «συνυπευθυνότητα». Αν σήμαινε απλώς αυτό, τότε λ.χ. ο προσκοπισμός θα ήταν ένα ιδανικό παράδειγμα δημοκρατίας, ίσως και κομμουνισμού! Όμως δημοκρατία σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Σημαίνει μια συγκεκριμένη σύλληψη κι ένα τρόπο επίλυσης τών διαφορών και τών συγκρούσεων μεταξύ τών ανθρώπων, όπου η αναγνώριση τής μοναδικότητας τού καθενός ατόμου συμβαδίζει με την προώθηση τού κοινού καλού και τής συλλογικής συμφιλίωσης εναντίον τού κοινωνικού κατακερματισμού και τής ταξικής διαίρεσης.

    Αυτή η δημοκρατική σύλληψη και διεκδίκηση προϋποθέτει ωστόσο μια εντελώς διαφορετική αντίληψη τής ιστορίας και τού ανθρώπου από τη ντετερμινιστική αντίληψη τού Ντωβέ (και τού Μαρξ). Προϋποθέτει μια αντίληψη που θέλει τον άνθρωπο ουσιαστικά ελεύθερο, ουσιαστικά φορέα απόφασης, και όχι ένα «όργανο» τής θεάς ιστορίας και τών αγίων παραγωγικών δυνάμεων. Και τον θεωρεί έτσι ιστορικά και από τώρα, και όχι σ’ ένα λίγο-πολύ απροσδιόριστο κομμουνιστικό μέλλον.

    Η παράκαμψη τού ζητήματος τής δημοκρατίας αποτελεί πάντοτε, με όποιον «θεωρητικό» ή άλλο τρόπο κι αν γίνεται, και όποια ταμπέλα κι αν φοράει, δείγμα ενός μικροαστικού πνεύματος που θα ήθελε η ιστορία να προχωράει λίγο-πολύ αυτόματα, μέσ’ από συγκρούσεις ίσως αλλά με προδιαγεγραμμένο κι εξασφαλισμένο ένα ιστορικό χάπυ-έντ, και όχι όπως πράγματι προχωράει, δηλαδή μέσ’ από αποφάσεις και συγκρούσεις πάνω στον τρόπο λήψης τών αποφάσεων. Και αυτό το μικροαστικό πνεύμα εμπνέεται πάντοτε, και παρά τις προθέσεις τών εκφραστών της, από μια συγκεκριμένη πολιτική απόφαση, την απόφαση χειραγώγησης τών ανθρώπων. Το γεγονός οτι ο Ντωβέ είναι αντιφατικός πάνω σ’ αυτό, είναι ευχάριστο. Δεν είναι όμως αρκετό.

    Συμπερασματικά λοιπόν, είναι σαφές οτι η δημοκρατική αντίληψη έρχεται σε ριζική αντίθεση και δεν συμβιβάζεται με τις ντετερμινιστικές αντιλήψεις που θέλουν τον άνθρωπο ένα απλό «όργανο» κάποιων ιστορικών ή άλλων «μηχανισμών», όπως είναι λ.χ. η «ανάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων» και η «οικονομία». Και οτι πρόκειται εδώ για μια αντίθεση ιστορικη και πολιτική με την βαθύτερη σημασία τού όρου, εφόσον πίσω από τις ντετερμινιστικές αντιλήψεις κρύβεται πάντοτε η αντιδημοκρατική ιδεολογία μιάς «πεφωτισμένης δικτατορίας».

    Πότε επιτέλους εκείνοι που επικαλούνται τον κομμουνισμό θα αποφασίσουν να εγκαταλείψουν τον εφησυχασμό τους στη θεά ιστορία και θα τοποθετηθούν ανοιχτά, με τόλμη και χωρίς μισόλογα πάνω στο ζήτημα τής ελευθερίας, τής απόφασης και στο συνακόλουθο ζήτημα τής δημοκρατίας με ό,τι προϋποθέτει και συνεπάγεται στο παρόν;

  10. 08/02/2008 στο 10:59

    @ Vrennus

    Σιγά μην σας ιντριγκάρω! Λες και δεν μπορείτε να ιντριγκαριστείτε [sic] μόνοι σας. 😀

    Δεν νομίζω ότι η ανάλυση του Ντωβέ είναι περιπτωσιολογική. Τα αριστερά κινήματα είχαν ήδη συντριβεί τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ιταλία, πριν από την εμφάνιση του φασισμού και του ναζισμού. Φ και Ν αποτέλειωσαν αυτό που ήδη είχαν αρχίσει άλλοι. [Και ειδικά στην περίπτωση της Γερμανίας, εκεί γύρω στο ’20, οι σοσιαλδημοκράτες τσάκισαν με τα όπλα κάθε αριστερή τάση]. Κι οι φαλαγγίτες στην Ισπανία εμφανίστηκαν μετά το πραξικόπημα του ’36, τουλάχιστον ως μαζική οργάνωση. Οι μικροαστοί προσχώρησαν αργότερα, παντού. Και καλά κάνει, κατά τη γνώμη μου, και επικεντρώνει την ανάλυσή του στις χώρες που επικράτησε ο φασισμός, γιατί εκεί εμφανίστηκαν με τη μορφή μαζικού κινήματος. Στη Γαλλία, αν δεν κάνω λάθος, δεν εμφανίστηκε τέτοιο μαζικό κίνημα, οπότε και η λαϊκομετωπική γραμμή της Διεθνούς ήταν δώρο άδωρο.

    Αλλά ίσως όλα αυτά να είναι και λεπτομέρειες. Νομίζω ότι ο Ντωβέ θίγει κάποια ζητήματα [ας μην ξεχνάμε ότι έχει γράψει αυτά τα κείμενα πριν από 30-35 χρόνια], και προσπαθεί να αναλύσει με πολιτικούς όρους φαινόμενα όπως ο φασισμός/ναζισμός. Γιατί ακόμα και σήμερα αντιμετωπίζονται ως φαινόμενα κάποιων ατόμων με ψυχολογικά προβλήματα… Μόνον που δεν είναι έτσι…

    Και δεν νομίζω ότι ο Ντωβέ θα διαφωνούσε με τη δεύτερη παράγραφο του σχολίου σου. Αυτό ακριβώς επισημαίνει και ο ίδιος. Άλλες οι συνθήκες τότε [στον Μεσοπόλεμο], άλλες εκείνες μετά τον Πόλεμο και μέχρι σήμερα. Οπότε το δίπολο φασισμός-αντιφασισμός είναι εκτός τόπου και χρόνου εδώ και 60 χρόνια. Και σ’ αυτή την κατεύθυνση κινείται και το κείμενο του Παπαράλλη στο φυλλάδιο της «Εικονομίας» [το λινκάκι στο τέλος του ποστ, και ολόκληρο το φυλλάδιο στο επόμενο ποστ].

    Καλημέρα σας!

    @ mavro.fws

    Πολύ ενδιαφέρουσες οι επισημάνσεις του Λαυραντώνη [γιατί το όνομά του δεν μου θυμίζει τίποτα;;;], και συμφωνώ μαζί του. Και πέραν του πραξικοπήματος [υποθέτω ότι αναφέρεται σ’ εκείνο του ’67], αν πάμε ακόμα πιο πίσω, στον Μεσοπόλεμο, η διαφορά μεταξύ «δημοκρατίας» και «δικτατοριών» [Πάγκαλος, Μεταξάς] δεν ήταν και τόσο τεράστιες. Τεράστιες για κάποιους αστούς μπορεί να ήταν. Αλλά για τους κολασμένους που πάλευαν για μια καλύτερη ζωή κάθε άλλο. Πριν από κάτι μήνες εντρυφούσα στο ψηφιακό αρχείο του «Ριζοσπάστη» [στην Εθνική Βιβλιοθήκη], ψάχνοντας διάφορα. Ο «Ρ» δεν κυκλοφορούσε την περίοδο των δικτατοριών, αλλά στις περιόδους της δημοκρατίας. Στις σελίδες του αποτυπώνεται ξεκάθαρα το «φωτιά και τσεκούρι στους κολασμένους» – πέρα από τις όποιες ιδεολογικές διαφωνίες μπορεί να έχει κάποιος με το ΚΚΕ. Και το επίπεδο της «δημοκρατίας» μετά τον πόλεμο και μέχρι το ’67 δεν νομίζω ότι ήταν τέτοιο που να αναγκάσει τις όποιες μάζες να κατέβουν στο πεζοδρόμιο για να την υπερασπιστούν.

    Φυσικά, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει μετά το ’74. Και όσον αφορά το «ζήτημα της δημοκρατίας» ο Γιάννης Ιωαννίδης το θέτει μια χαρά στο κείμενο που παρέθεσε ο bfo στο προηγούμενο σχόλιο. Γιατί μπορεί ο Μπορντίγκα να θεωρούσε εναλλακτική λύση στον φασισμό τη δικτατορία του προλεταριάτου [κάτι που δεν βλέπω να ενοχλεί ιδιαίτερα τον Ντωβέ], αλλά, διάολε, έχει περάσει κι ένας αιώνας από τότε – και όλα αυτά τα ζητήματα εξακολουθούν να παραμένουν θολά.

    Διότι «αίφνης» ποιες ακριβώς ήταν και οι «τεράστιες» διαφορές μεταξύ του ναζιστικού και του σταλινικού καθεστώτος; Το «αντιφασιστικό» μέτωπο συνέτριψε τις επεκτατικές βλέψεις της Γερμανίας στην Ευρώπη μόνον και μόνον για να ενδώσει στις επεκτατικές βλέψεις της ΕΣΣΔ; Και να της παραδώσει στο πιάτο τη μισή Ευρώπη;

    Και άλλα τινά. Διότι αρρωσταίνω όταν σκέφτομαι όλους εκείνους που εκθειάζουν τα εκατομμύρια θύματα του σοβιετικού λαού κατά του φασισμού. Μόνον που κάποια εκατομμύρια από αυτά ήταν σοβιετικοί στρατιώτες που συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, αφέθηκαν για χρόνια στη μοίρα τους [η ΕΣΣΔ ήταν η μόνη χώρα που απαγόρευσε οποιαδήποτε βοήθεια (μέσω Ερυθρού Σταυρού) στους ΔΙΚΟΥΣ ΤΗΣ αιχμαλώτους πολέμου], και που μετά την απελευθέρωσή τους, βρέθηκαν από τα ναζιστικά στρατόπεδα στο GULAG. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα…

    Καλημέρα σας!

    @ Γεωργιος Τσαπανος

    Εθνικοσοσιαλισμό οι μεν, σοσιαλισμό σε μια χώρα οι δε. Και πάει λέγοντας με τις ομοιότητες – και τις κάποιες διαφορές τους.

    Καλημέρα!

    @ Ange-ta

    Νομίζω ότι η κριτική του Γ. Ιωαννίδη στον Ντωβέ [στο σχόλιο του bfo] σε καλύπτει. Πάντως έχω την αμυδρή υποψία ότι ο όρος «φιλελεύθερος» δεν χρησιμοποιούνταν πριν από 30 χρόνια, όπως χρησιμοποιείται σήμερα. Και πολύ περισσότερο δεν χρησιμοποιούνταν ο όρος με το ίδιο νόημα στην Ευρώπη και στην Αμερική. Και σήμερα έχει επικρατήσει ο όρος με το «αμερικανικό» νόημά του. Λέγοντας «φιλελεύθερος», ο Ντωβέ εννοεί αυτό που λέμε «προοδευτικός». Νομίζω…

    Καλημέρα!

    @ bfo

    Μερσί! Πολύ ενδιαφέρουσα η κριτική του χαπίφιου Ιωαννίδη. Την είχα διαβάσει προ καιρού, τη λησμόνησα στο μεταξύ, αλλά ας βάλουμε και το λινκάκι για κάθε ενδιαφερόμενο: http://www.happyfew.gr/www/index.htm

    Επίσης καλημέρα σας!

  11. 08/02/2008 στο 21:33

    @ XM

    Αν δεν απατώμαι μόνο στη Γερμανία συνετρίβη το κίνημα πριν εμφανιστεί – επίσημα – ο φασισμός, αν και τα Freicorps θα πρέπει να θεωρούνται πρώιμη φασιστική οργάνωση. Επίσης, ένα άλλο θέμα είναι κατά πόσον αυτό που ονομάστηκε «εξέγερση των Σπαρτακιστών» ήταν επαναστατική πρωτοβουλία ή όχι, όπως επίσης και κατά πόσον η κυβέρνηση Ebert ήταν σοσιαλιστική. Εν πάση περιπτώσει το ΚΚΓ και το ΑΣΚΓ(USPD) που στήριξαν την εξέγερση είχαν σημαντική παρουσία και μετά τα γεγονότα του ’19.

    Στην Ιταλία οι φασίστες κατέλαβαν την εξουσία το ’22 και αυτοί κατέστειλαν το κίνημα. Οι Φάλαγγα στην Ισπανία εμφανίζεται επίσης τη δεκαετία του ’20 () και είναι εξ αρχής μαζικό κίνημα. Κλπ. κλπ. Θέλω να πω ότι ο Φασισμός δεν εμφανίστηκε μετά την καταστολή του εργατικού κινήματος αλλά ήταν αυτός που το κατέστειλε. Όπου το κατέστειλε. Σύμφωνα με τη λογική του Ντωβέ, ποιος ο λόγος να εμφανιστεί ο Φασισμός όταν ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» έχει εκλείψει;

    Ο Φασισμός επικράτησε του Εργατικού Κινήματος γιατί είχε μεγαλύτερη μαζικότητα. Τόσο απλά. Η μαζικότηατ του Φασισμού οφείλεται στο ότι εξέφραζε τις ανησυχίες των μικροαστικών στρωμάτων, που είναι με διαφορά τα πολυπληθέστερα, που πιεζόντουσαν από το διεθνές κεφάλαιο (γι’ αυτό ο εθνικισμός) και έτρεμαν το ενδεχόμενο μιας προλεταριακής επανάστασης (γι’ αυτό ο αντικομμουνισμός). Στη Βρετανία και τις ΗΠΑ που οι μικροαστοί είναι οργανικό τμήμα της αστικής τάξης δεν εμφανίστηκε αξιόλογο Φασιστικό κίνημα – στη Γαλλία εν τούτοις ήταν αξιόλογο (Πεταίν).

    Στην απάντηση στην Ange-ta : Έχω την εντύπωση πως ο Ντωβέ όταν αναφέρεται σε «φιλελεύθερους» αναφέρεται σε «λιμπεραλιστές» (liberals) και πως το «αμερικάνικο» νόημα είναι ο φιλελεύθερος να σημαίνει τον προοδευτικό γενικά. Το νόημα πάντως δεν έχει αλλάξει τα τελευταία 30 χρόνια, αν εξαιρέσει κανείς την υιοθέτηση του όρου libertarian για να μην υπάρχει η αμερικανική σύγχυση του liberal = προοδευτικός.

  12. 11/02/2008 στο 12:01

    @ Vrennus

    Έχω την εντύπωση ότι και στην Ιταλία υπήρξε ένας επαναστατικός αναβρασμός μετά τον Πόλεμο – την έκτασή του δεν την ξέρω. Για τα Freicorps μπορούμε να πούμε ότι ήταν μια πρώιμη φασιστική οργάνωση [βετεράνοι του πολέμου ήταν μέλη τους], αλλά χρησιμοποιήθηκαν από τον Νόσκε για τη συντριβή των εξεγέρσεων. Το κατά πόσο η κυβέρνηση Έμπερτ ήταν σοσιαλιστική ή «σοσιαλιστική» είναι ένα ζήτημα. Πώς αυτοπροσδιοριζόταν; Το ΚΚΓ είχε κάποια παρουσία τη δεκαετία του ’20, αλλά με τις συνεχείς διασπάσεις [και τα καπελώματα της Διεθνούς] η δυναμική του ήταν φθίνουσα.

    Για την Ιταλία τα είπαμε – δεν τα ξέρω καλά. Στην Ισπανία η Φάλαγγα ιδρύθηκε το ’33 και μέχρι το ’36 είχε μερικές χιλιάδες μέλη. Μετά το πραξικόπημα και την επανάσταση, χρησιμοποιήθηκε από τον Φράνκο ως πολιτική πτέρυγα των πραξικοπηματιών και απέκτησε μεγάλη δύναμη. Η περίπτωση της Ισπανίας είναι κάπως διαφορετική εξαιτίας του Εμφυλίου. Σωστό το ερώτημά σου για τη λογική του Ντωβέ, η αντιπαλότητα υπήρχε, αφού τουλάχιστον το ναζιστικό κόμμα ήταν σοσιαλιστικό [εθνικοσοσιαλιστικό, έστω] και απευθυνόταν στο ίδιο «ακροατήριο».

    Δεν το ξέρω αν ο φασιμός είχε μεγαλύτερη μαζικότητα. Ας το δούμε και λίγο διαφορετικά. Μετά την Οκτωβριανή «Επανάσταση», πουθενά στην Ευρώπη δεν έγινε -επιτυχής- «εξαγωγή» της. Με διαψευσμένες τις ελπίδες των μαζών, κάποιες ηγετικές τάξεις τούς πρόσφεραν μια μορφή σοσιαλισμού από τα πάνω. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Υπήρξε πράγματι αξιόλογο φασιστικό κίνημα στη Γαλλία, πριν από την κατάληψή της από τους Γερμανούς; Ή και μετά;

    Με τους όρους υπάρχει ένα μπέρδεμα. Αίφνης, ο όρος libertarian που αποδίδεται ως ελευθεριακός, έχει τελείως διαφορετικό νόημα στις δύο ακτές του Ατλαντικού.

    Πάντως, νομίζω ότι η ουσία της ανάλυσης του Ντωβέ, και περισσότερη η ουσία της ανάλυσης του Παπαράλλη, έχει να κάνει με το ότι ο φασισμός/ναζισμός υπήρξε ένα συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, που έπαψε να υπάρχει οριστικά με το τέλος του Β΄ Π.Π. Και ότι ο αντιφασισμός κυνηγάει απλά φαντάσματα, που δεν υπάρχουν πια…

  13. axilleas
    18/02/2008 στο 00:48

    Για ange-ta
    Με το όρο «φιλελεύθερος» ο Ντωβέ αναφέρεται στη «χρυσή εποχή του καπιταλισμού», τέλη 19ου μέχρι αρχές 20ου (1914) αιώνα. Φιλελέυθεροι ήταν και είναι οι οπαδοί της ελεύθερης αγοράς. Όσο για τη φράση που παραθέτεις αρχικά και για την οποία λες ότι «Βάζει σε ένα τσουβάλι όλες τις αντίθετες έννοιες και πετάει προτάσεις χωρίς νόημα, ούτε λογικό ούτε ιστορικό», ο Ντωβέ απλά περιγράφει την κρίση του φιλελεύθερου καπιταλισμού μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την οποία κλήθηκαν να διαχειρισούν οι σοσιαλδημοκράτες. Αυτό έγινε στη Γερμανία με τη συνεργασία μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών και Φράικορπς για την κατάπνιξη της επανάστασης των Συμβουλίων του 18-19, αλλά και αυτών που ακολούθησαν, και στην Ιταλία με την εγκατάλειψη του κινήματος των Συμβουλίων τη διετία 19-21.

  14. dr. faustus
    19/02/2008 στο 10:37

    Πάντως η κριτική του Ιωαννίδη ότι δήθεν ο Ντωβέ ενδιαφέρεται μόνο για τις «ανάγκες» και όχι για την τέχνη και την ελευθερία (!) είναι εντελώς συκοφαντικές και θυμίζουν τις κριτικές παπάδων διαννοούμενων ενάντια στον κομμουνισμό και τον «υλισμό» γενικότερα. Αν είναι δυνατόν ο Μαρξ και ο Ντωβέ να μιλάνε για «ανάγκες» εννοώντας δήθεν τις «ανάγκες του στομαχιού» όπως ισχυρίζονται οι νεοορθόδοξοι σε αντιπαράθεση με τις «πνευματική πλήρωση» (βλ. τη θρησκευτική).

    Διόλου τυχαίο αν λάβουμε υπόψη μας την αρθρογραφία του Ιωαννίδη στο νεορθόδοξο Άρδην όπου μιλά για την ανωτερώτητα του ελληνορθόδοξου πολιτισμού απέναντι στο «δυτικό» και τον «ανατολικό» χρησιμοποιώντας τις ασυναρτησίες του Γιορν περι τριλεκτικής.

    Μεγάλη η κατάντια των πρώην επαναστατών…

    Όσον δε αφορά τη κριτική περί «δημοκρατίας» και «ντετερμινισμού» αυτό θα ήθελε ολόκληρο βιβλίο να απαντηθεί! Είναι εντελώς χυδαίο όμως να κατηγορούνται οι αριστεροί κομμουνιστές (ορισμένοι εκ των οποίων ήταν ντετερμινιστές) ως υποστηρικτές του κρατικού καπιταλισμού της Σ. Ένωσης όταν είναι γνωστό ότι ήταν οι πρώτοι που έκαναν κριτική στους σταλινικούς, τους λενινιστές και τους προγονούς τους τούς σοσιαλδημοκράτες (που ήταν δήθεν ντετερμινιστές στη θεωρία για να δικαιολογήσουν τον οπορτουνισμό και το βολονταρισμό τους στην πράξη).

    Από κει και πέρα ενοχλούν φαίνεται πολύ αυτές οι ιδέες, και για αυτό το λόγο πρέπει οπωσδήποτε να μπουν τα ιωαννιδικά σεντόνια…

  15. dr. faustus
    19/02/2008 στο 10:39

    erratum πριν ‘..σε αντιπαράθεση με την «πνευματική πλήρωση»‘

  16. 19/02/2008 στο 15:47

    @ dr. faustus

    Σε εποχές σαν κι αυτή που ζούμε, η κριτική είναι μια απούσα πρακτική. Αποσπασματικός κι ο λόγος του Ντωβέ, αποσπασματικός κι εκείνος του Ιωαννίδη. Το σημαντικό νομίζω είναι που κάποιοι άνθρωποι επιμένουν να συζητούν [κι εσείς μαζί]. Αποσπασματικά, έστω. Αλλά απέναντι στην καθολικά επιβεβλημένη σιωπή κι αυτό είναι κάτι. Και είναι πολλά τα ζητήματα που πρέπει να [ξανα]συζητηθούν.

    ΥΓ. Και είστε και λίγο άδικος με τον Ιωαννίδη. Σήμερα όλοι πρώην επαναστάτες είμαστε. Άλλοι πήγαμε κατά κει, άλλοι κατά πέρα. Χαμένοι είμαστε όλοι… Τα ιωαννιδικά σεντόνια καλώς μπήκαν, κάποιους μπορεί να τους ενδιαφέρει τώρα, κάποιοι μπορεί να ενδιαφερθούν στο μέλλον.

    Καλησπέρα σας!

  17. 30/05/2008 στο 11:42

    Καθώς δεν είμαι και ο πρώτος σέρφερ, μόλις τώρα (με 3 μήνες καθυστέρηση ο μπαγάσας!) διάβασα τα αφοριστικά και ολίγον τι δρύινα σχόλια του «dr. Faustus» για κάποιες από τις απόψεις μου.

    1. Σε ό,τι αφορά τον Ντωβέ, ο δόκτωρ φαίνεται πως δεν πήρε είδηση την αυτοκριτική τού Ντωβέ σχετικά με τις παλιότερες ντετερμινιστικές του θέσεις (που διατρέχουν καθοριστικά την «Έκλειψη κι Επανεμφάνιση»). Θα έβλεπε τότε, ότι στην αυτοκριτική του αυτή δεν λέει τίποτα το διαφορετικό απ’ όσα του καταμαρτυρούσα στην κριτική μου επί του συγκεκριμένου σημαντικού θέματος.

    2. Ουδέποτε αντιπαράθεσα τις «ανάγκες του στομαχιού» με την «πνευματική πλήρωση», όπως ισχυρίζεται ο δόκτωρ! Αντιπαράθεσα όμως την ντετερμινιστική άποψη των ανθρώπινων με την ελευθερία, επισημαίνοντας ότι αποτελεί αντίφαση (ενδιαφέρουσα στον Ντωβέ) να επιζητάει κανείς την ελευθερία υποστηρίζοντας τον ντετερμινισμό.

    3. Ουδέποτε υποστήριξα κάποια «ανωτερότητα του ελληνορθόδοξου πολιτισμού απέναντι στο ‘δυτικό’ και τον ‘ανατολικό'»! Αντίθετα, χρησιμοποιώντας ακριβώς τις (κατά δόκτορα) «ασυναρτησίες του Γιόρν περί τριλεκτικής», κατέδειξα ότι δεν υπάρχει κανένα θέμα «ανωτερότητας» καμιάς από τις τρεις βασικές δομές, που συναρτούν τον ευρύτερο ευρωπαϊκό πολιτισμό. Αχαχούχα δόκτορ, καθαρίστε τα γυαλιά σας!

    Υ.Γ. Btw ολόκληρα τα «Σχόλιά» μου στην «Έκλειψη κι Επανεμφάνιση» πιάνουν καμμιά εκατοστή σελίδες, διαθέσιμες από χρόνια (μέσω του HappyFew) σε όποιον ενδιαφέρεται.

  1. No trackbacks yet.
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.
Αρέσει σε %d bloggers: