σούργελο (το)

23/06/2009

a_-alavanos

σούργελο (το) (μειωτ.) γελοίο πρόσωπο ή πράγμα που γίνεται ο περίγελως των άλλων: έγινε ~ στη γειτονιά του || εμφανίστηκαν κάτι σούργελα στην εκπομπή.
[ΕΤΥΜ. Από συμφυρμό των λ. σούρνω (βλ. κ. σέρνω) + -γελο (<γέλιο)]. [Λεξικό Μπαμπινιώτη]

Το είχαμε διαβάσει και το είχαμε ακούσει και το είχαμε δει σε όλους τους τόνους και σε όλα τα Μέσα την τελευταία εβδομάδα: Οριστική η παραίτηση Αλαβάνου από το βουλευτικό αξίωμα και την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Ναι, πράγματι, τω όντι [κομιφλώ έκφρασις το τελευταίο, προσδίδει κύρος…]

Ο φίλος Εξαποδώ είχε «προβλέψει» τις εξελίξεις από την επόμενη κιόλας μέρα της παραίτησης: Από τη “ριζοσπαστική Αριστερά” στη “σουργελοποιημένη”

Οπότε, πλήρως δικαιολογημένο και το χθεσινό του σχόλιο: Μείνε! Μείνε! Ω, Μεγάλε (στραβο)Τιμονιέρη!

«… Και ο Μεγάλος εκάμφθη (συγκινημένος) και έμεινε!…

:lol:«

Άνευ λοιπών σχολίων…

ΥΓ. Επειδή δεν έχουν μόνον οι λαοί, οι λαότητες και οι εθνότητες το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό, αλλά επειδή και τα πολιτικά κόμματα πρέπει να αυτοπροσδιορίζονται, είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι στον… πλατύ και βαθύ διάλογο [λέμε τώρα…] που θα ακολουθήσει τους επόμενους μήνες μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, ο σχηματισμός θα καταφέρει [λέμε τώρα…] να αυτοπροσδιοριστεί και να μην ετεροκαθορίζεται, σε σχέση με «ό,τι τρέχει και κινείται» στα πέριξ… Λέμε τώρα…


Add to FacebookAdd to DiggAdd to Del.icio.usAdd to StumbleuponAdd to RedditAdd to BlinklistAdd to Ma.gnoliaAdd to TechnoratiAdd to FurlAdd to Newsvine

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: