Αρχική > Αφασιαλάνδη, Χριστιανισμός > Anthony Kaldellis: «Hellenism in Byzantium»

Anthony Kaldellis: «Hellenism in Byzantium»

05/08/2009

kaldellis

Το όνομα του Αντώνη Καλδέλλη δεν μου έλεγε απολύτως τίποτα μέχρι πριν από λίγες ημέρες. Μέχρις ότου, δηλαδή, η φίλη mnk σε κάποιο σχόλιό της παρέπεμψε σε δύο κείμενα του Anthony Kaldellis, που αφορούσαν τον Παρθενώνα στη βυζαντινή περίοδο [A Heretical (Orthodox) History of the Parthenon και Byzantine Athens and the Parthenon, αμφότερα σε pdf].

Ο Α. Καλδέλλης έχει γράψει και βιβλίο για τον Παρθενώνα κατά την βυζαντινή περίοδο [The Christian Parthenon: Classicism and Pilgrimage in Byzantine Athens (amazon)], που εκδόθηκε φέτος. Στα ελληνικά δε κυκλοφορεί το βιβλίο του Λέσβος και Ανατολική Μεσόγειος κατά τη ρωμαϊκή και πρώιμη βυζαντινή περίοδο (100 π.Χ. – 600 μ.Χ.). Ο Α. Καλδέλλης είναι καθηγητής [βυζαντινολόγος] στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο.

Πριν από καναδυό ημέρες, σχεδόν κατά τύχη, «σκόνταψα» πάνω σε ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον πόνημα του Α. Καλδέλλη. Το βιβλίο του Hellenism in Byzantium: The Transformations of Greek Identity and the Reception of the Classical Tradition (Greek Culture in the Roman World) (amazon) είχε εκδοθεί το 2007, και έχω αρχίσει να το διαβάζω.

Στην παρουσίαση του βιβλίου στο amazon διαβάζουμε [οι υπογραμμίσεις δικές μου]:

«This is the first systematic study of what it meant to be ‘Greek’ in late antiquity and Byzantium, an identity that could alternatively become national, religious, philosophical, or cultural. Through close readings of the sources, Professor Kaldellis surveys the space that Hellenism occupied in each period; the broader debates in which it was caught up; and the historical causes of its successive transformations. The first section (100-400) shows how Romanization and Christianization led to the abandonment of Hellenism as a national label and its restriction to a negative religious sense and a positive, albeit rarefied, cultural one. The second (1000-1300) shows how Hellenism was revived in Byzantium and contributed to the evolution of its culture. The discussion looks closely at the reception of the classical tradition, which was the reason why Hellenism was always desirable and dangerous in Christian society, and presents a new model for understanding Byzantine civilization.»

Και επειδή τα θέματα που πραγματεύεται ο Α. Καλδέλλης στο βιβλίο του, έχουν θιχτεί τις τελευταίες ημέρες σε διάφορες συζητήσεις τόσο σ’ αυτό το ιστολόγιο όσο και αλλού [ούτως ή άλλως το ζήτημα των σχέσεων ελληνισμού και χριστιανισμού και βυζαντίου απασχολούν διάφορους εδώ και καμιά δεκαπενταριά αιώνες], όσοι πιστοί και… άπιστοι προσέλθετε…

Και ίσως επανέλθω. Πάντως από τις μερικές δεκάδες σελίδες που έχω διαβάσει [σκόρπια] το βιβλίο είναι πολύ πολύ ενδιαφέρον και -κυρίως- ψύχραιμο…

ΥΓ. Μην πτοηθείτε από τα 117 [!] δολάρια με τα οποία κοστολογεί το βιβλίο [με το σκληρό εξώφυλλο] το amazon. Κάνοντας μια… έρευνα αγοράς, ξεκινώντας από αυτό το σχόλιο, θα το βρείτε και φθηνότερα. Με εννοείτε… Α! Το βιβλίο υπάρχει και στο google-books με τους γνωστούς περιορισμούς.

AnthonyKaldellis

Αντώνης Καλδέλλης

Advertisements
Κατηγορίες:Αφασιαλάνδη, Χριστιανισμός Ετικέτες:
  1. μη αναχωρησας εισετι
    05/08/2009 στο 16:33

    εδω υπαρχει το βιβλιο … http://avaxhome.ws/ebooks/history_military/0521876885.html

    να περνας καλα Χρηστο

  2. αποδομητής
    06/08/2009 στο 12:17

    Υπάρχει και στο σπουδαστήριο Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών

    με ταξιθετικό :938.3 ΚαλΑ h 2007 6ος όροφος.

  3. bfo
    06/08/2009 στο 23:48

    Γλωστά αυτά ―αλλά άσχετα με την προηγούμενη συζήτηση (αν παρατίθενται σε σχέση με εκείνη).

    Και δεν βλέπω γιατί να τονιστεί (bold) το:

    how Romanization and Christianization led to the abandonment of Hellenism as a national label and its restriction to a negative religious sense and a positive, albeit rarefied, cultural one.

    και όχι και το διπλανό, αδερφάκι του στην ίδια παράγραφο:

    The second (1000-1300) shows how Hellenism was revived in Byzantium and contributed to the evolution of its culture.

    (Και αττικίζονται υπερβολικά ήταν οι Βυζαντινοί συγγραφείς, και τον Όμηρο είχαν σχολικό ανάγνωσμα, και τα περισσότερα αρχαία έργα μέσω αυτών διεσώθησαν, και η εικονογραφία τους συνεχίζει τα προχριστιανική τέχνη ―μέσω του Φαγιούμ―, και την δυτική Αναγέννηση επηρέασαν οι λόγιοι του Βυζαντίου που πέρασαν απέναντις, κλπ κλπ).

    Ένα ωραίο κείμενο:

    Ο Κώστας Γαβράς, οι χριστιανοί και οι αρχαίοι ναοί

    Την πρόσφατη διαμάχη σχετικά με το βίντεο του Κώστα Γαβρά σχετικά με
    τις καταστροφές που υπέστη ο Παρθενώνας από τους χριστιανούς μόνο στις
    γενικές της γραμμές την παρακολούθησα. Και να είχα περισσότερο χρόνο,
    και να μην έπεφτε μέσα στις διακοπές μου, πάλι νομίζω δεν θα
    ασχολιόμουν. Δεν με εξέπληξαν καθόλου τα όσα καταλόγισαν στον
    χριστιανισμό οι δήθεν απολογητές του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, η
    συντριπτική πλειοψηφία από τους οποίους έχει τόση σχέση παιδείας με
    την αρχαιοελληνική γραμματεία και ιστορία όσο ο Μέγας Ιεροεξεταστής
    του Ντοστογιέφσκι με τον χριστιανισμό. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αν
    τους ζητούσε κανείς να του υποδείξουν ένα και μόνο έγκυρο εγχειρίδιο
    που αναφέρεται στον πολιτισμό και την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, οι
    περισσότεροι μάλλον θα έπρεπε να αρχίσουν να «γκουγκλάρουν» τις
    παραπάνω λέξεις (γιατί το αν έχουν διαβάσει κάτι σχετικό, εκεί πλέον
    δεν τρέφω φρούδες ελπίδες). Ή, αν τους ρωτούσε κανείς τι σημαίνουν γι’
    αυτούς τα ονόματα της Jacqueline de Romilly , της Claude Mossé και του
    Pierre Vidal-Naquet τι θα απαντούσαν άραγε; (γάλλοι σχεδιαστές μόδας
    ίσως;). Αμφιβάλλω αν η συντριπτική πλειοψηφία των αυτόκλητων
    «αρχαιοελληνιστών» ή μάλλον «αρχαιοελληναμυντόρων» (κατά το
    «γλωσσαμύντορες») έχει ακούσει για το θεμελιώδες για τη γνώση της
    αρχαιοελληνικής θρησκείας κλασικό έργο του E. R. Dodds, «Οι Έλληνες
    και το παράλογο». Αφήνω πια αν άνοιγε κανείς κουβέντα για την
    τραγωδία, για τον πλατωνικό «κόσμο των Ιδεών» ή για τις θέσεις του
    Πλάτωνα έναντι της αθηναϊκής δημοκρατίας ή για τον Θουκυδίδη ως
    ιστορικό… Οι γνώσεις των περισσότερων περιορίζονται σε ξεφτισμένες
    αναμνήσεις από αμφιβόλου ποιότητας σχολικά εγχειρίδια, εμπλουτισμένες
    από ευκαιριακές αναγνώσεις αντεπιστημονικών περιοδικών τύπου «Δαυλός»
    που αφθονούν στα περίπτερα.

    Κάποιες παρατηρήσεις θα κάνω όμως, με βάση την κοινή λογική και
    κάποιες γνώσεις που τυχαίνει να έχω πάνω στο αντικείμενο.

    1. Από τα λεγόμενα του Κώστα Γαβρά, έντονα πολιτικοποιημένου αριστερού
    σκηνοθέτη παλαιάς κοπής, που μάλλον νομίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται
    ακόμα στη Μεταπολίτευση, κατάλαβα ότι ο στόχος του ήταν καθαρά
    ιδεολογικός: Να δείξει ότι οι φθορές στον Παρθενώνα ήταν αποτέλεσμα
    κυρίως του χριστιανικού φανατισμού. Ούτε επιδρομή των Ερούλων το 267,
    που κατέστρεψε την αρχαία πόλη, ούτε φυσική φθορά λόγω εγκατάλειψης,
    ούτε βομβαρδισμός από τον ενετό Morosini (1687), ούτε τίποτα. Η
    ιδεολογία υπερισχύει των όποιων αρχαιολογικών ή ιστορικών δεδομένων.
    Δεν με εκπλήσσει αυτό, γνωστή η ιστορία και η συνταγή. Η ελληνική –
    και όχι μόνο – αριστερά είναι παλιά καραβάνα στα ιδεολογικά
    καλουπώματα, όπου κόβουμε (ενίοτε και κυριολεκτικά) ότι βγαίνει απέξω.

    2. Με ποια λογική ανατέθηκε (αν έγινε έτσι) το γύρισμα
    επιστημονικού-αρχαιολογικού «ντοκυμαντέρ»-animation στον Κώστα Γαβρά;
    Έχει ασχοληθεί με το αρχαιολογικό ντοκυμαντέρ ο εν λόγω σκηνοθέτης; Με
    την ίδια λογική που ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ο συνθέτης για όλες τις
    δουλειές, ο Κώστας Γαβράς είναι ο σκηνοθέτης για όλες τις δουλειές. Ο
    εθνικός μας σκηνοθέτης δηλαδή. Οσονούπω εθνική μας λογοτέχνιδα η Σώτη
    Τριανταφύλλου. Άσε που ο Γαβράς ανήκει και στην αριστερά και είναι και
    άθεος, οπότε αυτά τα δύο μετράνε «κάργα» στην «πολιτιστική» πιάτσα.

    Θυμάμαι τώρα τη συγκλονιστική ταινία του Φίλιππου Κοτσάφτη «Αγέλαστος
    Πέτρα» για την Ελευσίνα, έργο που με συγκίνησε βαθειά, και ο
    προβληματισμός μου για τη λογική της ανάθεσης του «ντοκυμαντέρ» για
    τον Παρθενώνα στον ελληνογάλλο σκηνοθέτη γίνεται ακόμα οξύτερος. Ας
    πρόσεχαν οι ιθύνοντες του ΥΠ.ΠΟ. να μην έμπλεκαν (ας όψεται η
    υποχρεωτική λατρεία των τοτέμ της αριστεράς, η μόνη πραγματικά
    επικρατούσα «θρησκεία» στον τόπο μας).

    3. Η δημόσια συζήτηση για τα αρχαιοελληνικά μνημεία και γενικά την
    πρωτοβυζαντινή περίοδο έχει όλα τα χαρακτηριστικά της άγνοιας, της
    δοκησισοφίας και της προχειρότητας, ενδημικά γνωρίσματα του δημόσιου
    λόγου στον τόπο μας. Δεν είναι τυχαίο που πρωταγωνίστησαν
    δημοσιογράφοι, μπλογκερ άσχετοι με τις ιστορικές και τις αρχαιολογικές
    σπουδές, κάτι απίθανοι δικηγόροι και διάφοροι «ερευνητές» αγνώστων
    επιστημονικών περγαμηνών, κοινώς της πλάκας.

    Ας μιλήσουμε όμως εδώ λίγο πιο σοβαρά: Για την περίοδο της μετάβασης
    από την αρχαιότητα στους Μέσους Χρόνους, το καθ’ ημάς Βυζάντιο, έχουν
    γραφεί πολλά. Για τη μακρά πορεία παρακμής και τελικά εξαφάνισης της
    αρχαιοελληνικής θρησκείας μπορεί κανείς να συμβουλευτεί το εξαίρετο
    βιβλίο του γάλλου ελληνιστή Pierre Chuvin, «Chronique des derniers
    payens» (κυκλοφορεί και στα ελληνικά με τον τίτλο «Χρονικό των
    τελευταίων εθνικών» από τις εκδόσεις «Θύραθεν»). Υπάρχουν όμως και
    πολλά άλλα βιβλία και επιστημονικά άρθρα σε εξειδικευμένα περιοδικά.
    Θα συστήσω ιδιαίτερα το άρθρο της καθηγήτριας κ. Ελένης Σαράντη (Helen
    Saradi-Mendelovici), «Christian attitudes toward pagan monuments in
    Late Antiquity» στο Dumbarton Oaks Papers [DOP], No 44 (1990), σ.
    47-61, το οποίο είναι προϊόν μελέτης σε βάθος όλων των σχετικών πηγών
    και της προγενέστερης βιβλιογραφίας.

    Στην πραγματικότητα, όπως συνάγεται από τη μελέτη των πηγών, οι
    περιπτώσεις εσκεμμένης καταστροφής μνημείων της αρχαίας λατρείας από
    χριστιανούς λόγω φανατισμού είναι σαφώς υπαρκτές, αλλά σχετικά λίγες.
    Δεν συνιστούν παρά έναν μικρό παράγοντα σε σχέση με το σύνολο των
    παραγόντων που συντέλεσαν στην παρούσα κατάσταση των αρχαίων ναών.
    Επιπλέον, οι βανδαλισμοί αφορούσαν περισσότερο σε λεηλασίες θησαυρών
    από το εσωτερικό του ναού (διαχρονικό «σπορ», στο οποίο επιδίδονταν
    αδιακρίτως εθνικοί και χριστιανοί) παρά σε καταστροφή του μνημείου και
    των αναγλύφων που κοσμούσαν τις όψεις του. Οι φθορές σε αρχαίους ναούς
    λόγω υπέρμετρου ζήλου των χριστιανών είναι απειροελάχιστες σε σχέση με
    τη φθορά που προκάλεσε ο χρόνος, οι εχθρικές επιδρομές και οι σεισμοί,
    παράγοντες που επηρέασαν ασφαλώς και την κοσμική αρχιτεκτονική (πόσα
    μνημεία κοσμικής αρχιτεκτονικής σώζονται στην πραγματικότητα; Για
    σκεφτείτε το. Τα αναστηλωμένα εκ βάθρων ξεχάστε τα, αυτά δεν
    υπολογίζονται).

    Τα μνημεία αφέθηκαν, λοιπόν, στη αναπότρεπτη φθορά του χρόνου και της
    εγκατάλειψης, κάτι που επέτεινε η σταδιακή μείωση των πιστών της
    εθνικής θρησκείας. Αυτή όμως η εγκατάλειψη σε σχέση με τους ναούς των
    εθνικών είχε ξεκινήσει από παλιότερα, πολύ πριν από την επικράτηση του
    χριστιανισμού, όπως θα αναφέρω πιο κάτω.

    Τα σπόλια (αρχιτεκτονικά μέλη) από ειδωλολατρικά μνημεία (αλλά και
    άλλα δημόσια κτίρια, κοσμικής χρήσης) που ενσωματώθηκαν σε
    χριστιανικούς ναούς δεν είναι παρά μία εικόνα μιας συνηθέστατης
    πρακτικής της εποχής, αφού η εξεύρεση οικοδομικού υλικού ήταν
    δυσχερής. Η ενσωμάτωση των σπολίων σε χριστιανικά μνημεία δεν είναι
    αποτέλεσμα μισαλλοδοξίας, αυτό είναι μία φαιδρότητα που κανείς
    αρχαιολόγος δεν θα τολμούσε ούτε να αναφέρει σε επιστημονικό συνέδριο.

    Με την ίδια λογική, αρχιτεκτονικά μέλη από εγκαταλελειμένες
    παλαιοχριστιανικές βασιλικές του 4ου, του 5ου ή του 6ου αιώνα
    ενσωματώθηκαν σε μεσοβυζαντινούς ή υστεροβυζαντινούς ναούς (7ος-15ος
    αιώνας). Ας επισκεφτεί κανείς το βυζαντινό εκκλησάκι του Αγίου
    Ιεροθέου, στην ομώνυμη γυναικεία μονή έξω από τα Μέγαρα, χτισμένο στη
    θέση παλαιοχριστιανικού ναού, και θα το διαπιστώσει. Το έκαναν άραγε
    οι χριστιανοί του 9ου αιώνα από μίσος προς τους χριστιανούς του 5ου
    αιώνα; Απλή λογική χρειάζεται, που λείπει προφανώς από δήθεν
    υπέρμαχους του αρχαιοελληνικού πολιτισμού (τον οποίο, όπως προανέφερα,
    αγνοούν).

    4. Ειδικά για τον Παρθενώνα, επειδή είχα την εξαιρετική τύχη να
    παρακολουθήσω δύο ξεναγήσεις του αρχιτέκτονα καθηγητή κ. Μανόλη Κορρέ,
    του διαπρεπέστερου σήμερα μελετητή και εις βάθος γνώστη του μνημείου
    (η μία ξενάγηση ήταν πέρυσι μόλις, στο πλαίσιο ενός συνεδρίου), ποτέ
    δεν σχημάτισα την εντύπωση του «βανδαλισμού» που θέλει να μας περάσει
    ο Κώστας Γαβράς και οι εδώ οπαδοί της θρησκείας του αντιχριστιανισμού
    (διότι περί θρησκείας ουσιαστικά πρόκειται). Εκτός και αν ο κύριος
    Γαβράς και οι «φίλοι» του τυγχάνουν και μέγιστοι ειδικοί επί του
    Παρθενώνος. Επεμβάσεις στο ανατολικό αέτωμα του ναού για τη οικοδόμηση
    αψίδας ιερού βήματος, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές
    ανάγκες ενός χριστιανικού ναού, ναι, αυτές σαφώς και έγιναν. Ανάλογες
    επεμβάσεις έγιναν όμως και σε άλλα δημόσια κτίρια, όπως η Ροτόντα του
    Γαλερίου στη Θεσσσαλονίκη.

    Αλλά οι επεμβάσεις στον Παρθενώνα έγιναν άραγε από μίσος των
    χριστιανών προς το μνημείο; Τότε θα έπρεπε να καταστραφεί ή έστω να
    αλλοιωθεί το πλήθος των αναγλύφων της ζωφόρου και των μετοπών, που
    όμως έμειναν in situ (στη θέση τους). Θα έπρεπε να καταστραφεί και το
    γειτονικό Ερεχθείο με τις Καρυάτιδες. Νομίζω η κοινή λογική αρκεί για
    να απαντήσει στα παραπάνω. Η πραγματικότητα είναι ότι ο Παρθενώνας,
    χωρίς την καταστροφή από την οβίδα του ενετού στρατηγού Morosini το
    1687, θα ήταν ουσιαστικά ένα ακέραιο μνημείο, επειδή ακριβώς από τον
    6ο αιώνα μέχρι την οθωμανική κατάκτηση της Αθήνας λειτουργούσε ως
    εκκλησία της Παναγίας της Αθηνιώτισσας. Στο εσωτερικό του διακρίνονται
    ακόμα ίχνη από τοιχογραφίες της μεσοβυζαντινής περιόδου και αυτές ήταν
    ακόμα εμφανέστερες μέχρι πριν από 4-5 δεκαετίες (έχουν δημοσιευτεί από
    τον ακαδημαϊκό Ανδρέα Ξυγγόπουλο). Η μετατροπή του ναού της Αθηνάς, σε
    μία εποχή όπου η ειδωλολατρία έβαινε προς το οριστικό της τέλος, σε
    καθεδρικό χριστιανικό ναό της Αθήνας ήταν μία σοφή πράξη εκ μέρους της
    Εκκλησίας των Αθηνών που διέσωσε το μνημείο στον μέγιστο δυνατό βαθμό,
    παρά τις επεμβάσεις στο ανατολικό του τμήμα. Η εγκατάλειψη φέρνει τη
    φθορά.

    Γενικότερα, η μετατροπή των αρχαίων ελληνικών ναών σε χριστιανικούς,
    έστω με τις αναπόφευκτες οικοδομικές επεμβάσεις (και ποιο μνημείο,
    αρχαίο ή νεώτερο, δεν φέρει επεμβάσεις, συχνά ριζικές;) τους διέσωσε
    στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Παράδειγμα το Θησείο, ο καλύτερα
    διατηρημένος αρχαιοελληνικός ναός, που μέχρι το 1830 περίπου
    λειτουργούσε ως εκκλησία του «Άη-Γιώργη του Ακαμάτη». Είναι πασίγνωστο
    αυτό: Η διαρκής χρήση ενός μνημείου το διασώζει, παρά τις αναπόφευκτες
    διαδοχικές «φάσεις» στην οικοδομική του ιστορία.

    5. Κάτι που διαφεύγει τελικά στους περισσότερους από εμάς είναι ότι τα
    αρχαιοελληνικά μνημεία ήταν μνημεία της «πόλης», του ἄστεως. Κοινώς,
    δημόσια κτίρια, αφού και η αρχαιοελληνική θρησκεία, σε αντίθεση με τον
    χριστιανισμό, ήταν θρησκεία της «πόλης», είχε καθαρά δημόσιο, πολιτικό
    θα λέγαμε σήμερα, χαρακτήρα. Δεν ήταν θρησκεία που αποσκοπούσε στην
    ικανοποίηση της προσωπικής μεταφυσικής αναζήτησης του ανθρώπου, γι’
    αυτό και βλέπουμε στην ελληνιστική ήδη περίοδο να ανθούν στον ελληνικό
    χώρο οι διάφορες μυστηριακές λατείες, φερμένες από την Ανατολή.

    Με την αλλαγή νοοτροπίας έναντι του δημόσιου χώρου, κάτι που
    εμφανίζεται ήδη στην αυτοκρατορική ρωμαϊκή περίοδο, πολύ πριν από την
    τελική επικράτηση του χριστιανισμού, πολλά παλιά δημόσια κτίρια
    (μεταξύ αυτών οι ναοί) στις πόλεις της περιφέρειας της αυτοκρατορίας,
    όπως η Αθήνα, χάνουν τη σημασία τους. Έχουμε αναρωτηθεί άραγε γιατί
    μιλάμε για αρχαία και για ρωμαϊκή αγορά στην Αθήνα; Οι δύο δημόσιοι
    χώροι σαφώς δεν ταυτίζονται και αυτό κάτι υποδηλώνει.

    Στην αυτοκρατορική ρωμαϊκή περίοδο, ήδη από τον 2ο αιώνα, έχουμε
    αναφορές για εγκατάλειψη ειδωλολατρικών ναών, λόγω της έλλειψης
    ενδιαφέροντος εκ μέρους των εθνικών. Αργότερα, οι μεγάλες δημόσιες
    στοές καταλαμβάνονται από παράγκες εμπόρων και μικροπωλητών, παρά τις
    σποραδικές ανεπιτυχείς προσπάθειες της κεντρικής διοίκησης να επιβάλει
    τάξη (ας δει κανείς το εξαίρετο βιβλίο του Bryan Ward-Perkins, «Η
    Πτώση της Ρώμης και το τέλος του πολιτισμού», εκδ. Θύραθεν). Βλέπουμε
    όμως και υπέρμαχους της πατροπαράδοτης «εθνικής» θρησκείας να
    επικροτούν την πρακτική της αυθαίρετης κατάληψης του δημόσιου χώρου: Ο
    εξέχων εθνικός ρήτορας Λιβάνιος από την Αντιόχεια (δάσκαλος του Ιωάννη
    Χρυσοστόμου, μεταξύ άλλων), τον 4ο μ.Χ. αιώνα υπεραμύνεται του
    δικαιώματος των «καημένων» των εμπόρων να καταλαμβάνουν αυθαίρετα τον
    χώρο μεταξύ των κιονοστοιχιών των δημοσίων στοών στήνοντας ξύλινα
    παραπήγματα (κοινώς: παραγκομάγαζα), παρ’ όλο που αυτό κατέστρεφε την
    όψη των επισημότερων οδών της πόλης! Η παρακμή και εγκατάλειψη του
    δημόσιου χώρου και η παρακμή και εγκατάλειψη του ειδωλολατρικού ναού
    είναι δύο παράλληλα φαινόμενα.

    6. Την τωρινή στάση μας απέναντι στα μνημεία του παρελθόντος θα ήταν
    πραγματολογικό σφάλμα να τη θεωρήσουμε ως κάτι το δεδομένο ανά τους
    αιώνες. Ίσα-ίσα που η αρχή της διατήρησης ενός μνημείου ως έχει και
    του περιορισμού των επεμβάσεων στο ελάχιστο δεν έχει ζωή παρά λίγων
    δεκαετιών. Μέχρι και τον 19ο αιώνα η επέμβαση σε μνημεία του
    παρελθόντος ήταν κάτι το απόλυτα θεμιτό. Η έννοια του «μνημείου», που
    θα πρέπει, όσο το δυνατόν, να παραμείνει αναλλοίωτο στον χρόνο, είναι
    σύγχρονη έννοια και σύγχρονο αίτημα, άγνωστο στην αρχαιότητα και τον
    Μεσαίωνα. Οι αρχαίοι ειδωλολατρικοί ναοί, ως κτίρια δημόσιου
    χαρακτήρα, υπέστησαν αναπόφευκτα τις συνέπειες των ιστορικών
    γεγονότων, όπως και τα λοιπά δημόσια κτίρια της αρχαιότητας. Όσοι
    επέζησαν, το οφείλουν απλά στην εύνοια συγκεκριμένων ιστορικών
    συνθηκών και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.

    Αυτό όμως συμβαίνει και με τους χριστιανικούς ναούς. Αλήθεια, έχουμε
    σκεφτεί πόσο μικρό ποσοστό σώζεται από τα παλαιοχριστιανικά και τα
    βυζαντινά μας μνημεία; Ελαχιστότατο. Και τούτο όχι εξαιτίας μίας δήθεν
    εκστρατείας των κυρίαρχων Οθωμανών κατά των χριστιανικών μνημείων,
    αλλά εξαιτίας των ιστορικών συνθηκών που δεν ευνοούν πάντοτε τη
    διατήρηση των μνημείων, ακόμα και αν αυτά είναι λατρευτικά μνημεία
    θρησκείας που εξακολουθεί να επιβιώνει αδιάλειπτα, όπως ο
    χριστιανισμός.

    7. Η πραγματικότητα για τη μετάβαση από την ειδωλολατρία στον
    χριστιανισμό και για την τύχη των αρχαιοελληνικών μνημείων είναι
    πολυσύνθετη και επειδή ακριβώς απαιτεί ειδικές γνώσεις διαφεύγει της
    δογματικής ρητορικής των οπαδών του αντιχριστιανισμού που φαίνεται να
    έχουν την εύνοια των ΜΜΕ. Μέχρι και ο αλβανός δημοσιογράφος Niko Ago,
    που αρθρογραφεί σε ελληνικά έντυπα του χώρου της «life-style
    αριστεράς» βρήκε την ευκαιρία να γράψει στο FAQ εναντίον της
    «φανατικής» «ελληνικής» Εκκλησίας, θεωρώντας την όλη ιστορία ως δείγμα
    της ανωριμότητας της δημοκρατίας στη χώρα μας (αυτά κάτω από το
    αλβανικό εθνόσημο…). Γιατί όχι; Ευπρόσδεκτα τα γραφόμενά του στον χώρο
    που εκφράζουν τα έντυπα αυτά, αφού μάλιστα προέρχονται από έναν
    «μετανάστη». Μάζευε και ας είν’ και ρώγες…

    Τελειώνω με ένα απόσπασμα (μεταφρασμένο από τον γράφοντα) από το
    προαναφερθέν άρθρο της Helen Saradi-Mendelovci (DOP 44 [1990], σ. 49):
    «Στην πραγματικότητα αρκετές πηγές αφήνουν να εννοηθεί ότι οι
    περισσότεροι [ειδωλολατρικοί] ναοί σταδιακά παρήκμαζαν, όχι εξαιτίας
    επιθέσεων εκ μέρους των Χριστιανών, αλλά επειδή ήδη είχαν
    εγκαταλειφθεί. Μαθαίνουμε για εγκαταλελειμμένους ναούς σε μία πρώιμη
    περίοδο, πριν από τον θρίαμβο του χριστιανισμού».

    ΥΓ: Ένας πολύ καλός και έγκυρος οδηγός για τα μνημεία της Ακρόπολης:
    Αυτός της αρχαιολόγου Μαρίας Μπρούσκαρη, «Τα Μνημεία της Ακρόπολης»,
    έκδ. ΤΑΠ-ΥΠΠΟ. Τον συνιστώ ανεπιφύλακτα.

    Από εδώ: http://a-ergodes.blogspot.com/2009/08/blog-post.html

  4. 07/08/2009 στο 19:35

    @ μη αναχωρησας εισετι
    @ αποδομητής

    Ευχαριστούμε!!!

    @ bfo

    Γνωστά; Άσχετα με την προηγούμενη συζήτηση; Καλά δεν συζητούσαμε εκεί για το θέμα «Χριστιανοί και Έλληνες (=εθνικοί)»; Προφανώς θα ήταν το alter ego σου…

    Και αφού θεωρείς ότι το βιβλίο είναι άσχετο με την προηγούμενη συζήτηση γιατί μας κοτσάρεις όλο αυτό το κατεβατό για το βίντεο του Γαβρά; Ένα λινκάκι αρκούσε [αλλά θα ήταν άσχετο εδώ…]

    ΥΓ. Την επόμενη φορά θα ρωτάω τι να υπογραμμίζω και τι όχι…

  5. bfo
    09/08/2009 στο 01:35

    Γνωστά; Άσχετα με την προηγούμενη συζήτηση; Καλά δεν συζητούσαμε εκεί για το θέμα “Χριστιανοί και Έλληνες (=εθνικοί)”; Προφανώς θα ήταν το alter ego σου…

    Όχι, εκεί συζητούσαμε για το θέμα των καταστροφών των αρχαίων ναών από Χριστιανούς.

    Η εγκατάλειψη της χρήσης της ονομασίας «Έλλην» as a national label and its restriction to a negative religious sense and a positive, albeit rarefied, cultural one» δεν έχει να κάνει με αυτό παρά περιφερειακώς.

    Και αφού θεωρείς ότι το βιβλίο είναι άσχετο με την προηγούμενη συζήτηση γιατί μας κοτσάρεις όλο αυτό το κατεβατό για το βίντεο του Γαβρά; Ένα λινκάκι αρκούσε [αλλά θα ήταν άσχετο εδώ…]

    Γιατί παρόλο που θεωρώ ότι το βιβλίο είναι άσχετο με την προηγούμενη συζήτηση, θεωρώ ότι η ανάρτηση περί του βιβλίου αφορούσε την προηγούμενη συζήτηση.

    ΥΓ. Την επόμενη φορά θα ρωτάω τι να υπογραμμίζω και τι όχι…

    Γιατί, το ζήτησε κανείς;

    Ή δεν σηκώνουμε κριτική μύγα στο σπαθί μας;

    Απλά επισήμανα ότι είναι μάλλον άτοπο να υπογραμμίζουμε μια πρόταση από ένα βιβλίο για να ενισχύσουμε την θέση μας όταν η αμέσως επόμενη πρόταση ―την οποία δεν υπογραμμίζουμε― δείχνει ότι ισχύει και η ακριβώς αντίθετη πλευρά.

  6. bfo
    09/08/2009 στο 01:37

    Α, και το «κατεβατό για το βίντεο του Γαβρά» δεν περιορίζεται στο βίντεο του Γαβρά παρά ως αφετηρία: μιλάει για όλη την σχέση με τους αρχαίους ναούς και την τύχη τους…

  7. 09/08/2009 στο 14:14

    Δύο είναι τα ζητήματα που μπορούμε να συζητήσουμε…

    α)Την σχέση Χριστιανισμού-Ελληνισμού

    β) Στο πώς μέτριοι, στην καλύτερη περίπτωση, διανοούμενοι και καλλιτέχναι τύπου Αλεξάκη και Γαβρά, που δεν έχουν τίποτε ενδιαφέρον να ψελλίσουν και να πουν, επιπλέουν στον αφρό των μπουρζουάδικων σαλονιών, προκαλώντας με το να πασσάσουν ξαναζεσταμένα κλισέ…

  1. No trackbacks yet.
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.
Αρέσει σε %d bloggers: