Αρχική > Αφασιαλάνδη > Η νεοελληνική φαυλοκρατία

Η νεοελληνική φαυλοκρατία

22/10/2009

Επειδή είναι κρίμα να «χαθούν» κάποια ενδιαφέροντα σχόλια που γράφτηκαν σε κάποιο άλλο ποστ [«Είστε μία αυτιστική χώρα»] μεταφέρω κάποια από αυτά εδώ. Γενικό θέμα «η νεοελληνική φαυλοκρατία».

Σχολίασε ο φίλος carlito:

Εξαιρετικά διαφωτιστικό, ξεκάθαρο και συγκεκριμένο πάνω σε αυτά ήταν ένα άρθρο του Θόδωρα Ζιάκα, όπου λέει μεταξύ άλλων:

“Παρά τις πάγιες διακηρύξεις (για την «πάταξη» της διαφθοράς και πάσης άλλης κακοδαιμονίας, «με τη βοήθεια της πληροφορικής») η στάση της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας και της εκάστοτε εκ μέρους της διοριζόμενης ανώτατης υπηρεσιακής διοίκησης, υπήρξε, όλα αυτά τα χρόνια, σαφώς αρνητική στην αξιοποίηση της πληροφορικής προς τον σκοπό της δημόσιας διαφάνειας. Στην πράξη οι ηγεσίες αυτές περιφρούρησαν, με άτεγκτη μάλιστα αυστηρότητα και αξιοσημείωτη συνέπεια, το υφιστάμενο αδιαφανές για τον πολίτη σύστημα, κρατώντας σταθερά την πληροφορική απ’ έξω. Αν υπήρξαν εξαιρέσεις, τις οποίες αγνοώ, θα τις επικαλούμουν ως απλή επιβεβαίωση του κανόνα.

Μου πήρε αρκετά χρόνια να εννοήσω την αιτία. Αρχικά νόμιζα πως «δεν καταλαβαίνουν», λόγω της φυσιολογικής απουσίας σύγχρονης τεχνολογικής «κουλτούρας». Ότι με τον καιρό και με την ίδια τους την πείρα, θα αντιληφθούν τη δύναμη της πληροφορικής. Και θα μας επιτρέψουν να την αξιοποιήσουμε επ’ αγαθώ του εκσυγχρονισμού. Δεν είχα καταλάβει ότι η επίκληση του εκσυγχρονισμού είναι, εν Ελλάδι, ένα από τα άλλοθι της φαυλοκρατίας.

Για να μη μακρηγορώ, αυτό που κατανόησα ύστερα από διαδοχικές οδυνηρές προσγειώσεις, είναι ότι η ελληνική δημόσια διοίκηση είναι άριστα δομημένη, διαφανέστατη, ευελικτότατη και αποτελεσματικότατη, αλλά ως προς έναν διαμετρικά αντίθετο σκοπό: την απρόσκοπτη λειτουργία και αναπαραγωγή του πελατειακού συστήματος. Ιδού τι στην πραγματικότητα συμβαίνει: η αμφίδρομη σχέση του πολιτικού διαχειριστή και περιστασιακού ιδιοκτήτη του κράτους με τον ιδιώτη πελάτη του (χορηγό, ομάδα πίεσης, ψηφοφόρο) εξυπηρετείται θαυμάσια από τον υφιστάμενο και κοινωνικώς αδιαφανή τρόπο λειτουργίας της κρατικής «μηχανής».

– από εδώ:http://www.antifono.gr/

Και επανήλθα κι εγώ με τη σειρά μου:

Επίσης, εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι και το βιβλίο του Ευάγγελου Κοροβίνη «Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία», το οποίο προλόγισε και επιλόγισε ο Θ. Ζιάκας.

Αντιγράφω μερικά χαρακτηριστικά -και επώδυνα για κάποιους- σημεία, από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου:

“Επιτέλους, πρέπει να ειπωθεί η ωμή αλήθεια: Σκοπός των ξένων δυνάμεων δεν μπορεί να είναι η ευνομία και η υπεράσπιση των εθνικών μας συμφερόντων εναντίον των δικών μας θελήσεων. Αυτό είναι, πρωτίστως και κυρίως, δικό μας έργο. Αν, τώρα, το δικό μας έργο είναι η καταλήστευση των δημόσιων πόρων και αν πρώτο μέλημα των πολιτικών είναι να κρατηθούν στην εξουσία με κάθε τίμημα, αυτό είναι αδύνατο να το αλλάξει και η πιο καλοπροαίρετη ξένη χώρα.”

“Στη συζήτηση, τώρα, τη σχετική με τα πολιτικά δικαιώματα των «ετεροχθόνων», που προηγήθηκε της ψήφισης του Συντάγματος του 1844, ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης (179401864), ένας από τους ήρωες του ’21, ζητούσε να «τραβηχτούν» για λίγο οι «ετερόχθονες» από την εξουσία, ώσπου να επουλωθούν οι πληγές των χειμαζομένων αγωνιστών, χάρις στο «βάλσαμο» του κρατικού ταμείου 8.”

“8 Του αποδίδεται μάλιστα η φράση: «Αν είναι να μείνουμε εμείς νηστικοί, ας πάει στο διάβολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα». Στα Απομνημονεύματά του θα γράψει: «Λίγοι αγωνιστήκαμεν –εις τον καρπόν πολλοί πλάκωσαν, και παίρνουν το ξύλο και βαρούνε τους αγωνιστάς».”

Με τα του Μακρυγιάννη έχουμε ασχοληθεί κι εδώ [στο ποστ “Αν είναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα.” αλλά και στα σχόλια του Ποιός, θὰ τὰ ἐξηγήση αὐτά;], αλλά τα δικά μας δεν μετράνε – λόγω “μιάσματος”… [Μια διόρθωση στο βιβλίο του Κοροβίνη: Τα περί «βαλσάμου» δεν τα είπε ο Μακρυγιάννης αλλά ο Παλαμήδης. Στο ποστ της «ξενηστικωμάρας» υπάρχουν τα σχετικά.]

Τα αποσπάσματα από το βιβλίο του Κοροβίνη [σε pdf]: http://www.protovoulia.net/arthra/2009/korovinis-faylokratia.pdf

Και ξανά:

Ο Κοροβίνης επανέρχεται, στο τέλος του κεφαλαίου, σ’ αυτά που αναφέρει στην πρώτη παράγραφο που παρέθεσα στο προηγούμενο σχόλιο:

“Το πολιτικό και κοινωνικό αυτό αποτέλεσμα υπήρξε δημιούργημα δικό μας και όχι απόρροια κάποιας συνωμοσίας ξένων δυνάμεων και των εγκαθέτων τους στην πολιτική ζωή του τόπου. Ο σκοπός των ξένων δυνάμεων δεν μπορεί να είναι η προαγωγή της χώρας εναντίον των δικών μας θελήσεων.”

Απλά να επισημάνω ότι αυτή η θέση του Κοροβίνη ήταν η θέση του Γεράσιμου Κακλαμάνη. Ο Κοροβίνης προφανώς έχει διαβάσει καλά τον Κακλαμάνη κι έχει επηρεαστεί απ’ αυτόν, στο συγκεκριμένο ζήτημα.

korovinis-faylokratia

Ευάγγελος Κοροβίνης, "Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία", εκδ. Αρμός, Αθήνα 2009

Advertisements
Κατηγορίες:Αφασιαλάνδη Ετικέτες:
  1. carlito
    25/10/2009 στο 22:43

    Ας σχολιάσει λοιπόν την κουβέντα μας – δίνοντας δίκιο στον Κοροβίνη – ο ίδιος ο Μακρυγιάννης:

    « (…) Όλους αυτούς να τους μακαρίζης. Όμως να θυμάσαι και να λαμπρύνης εκείνους οπού πρωτοθυσιάστηκαν εις την Αλαμάνα, πολεμώντας με τόση δύναμη Tούρκων, κ’ εκείνους οπού αποφασίστηκαν και κλείστηκαν σε μίαν μαντρούλα με πλίθες, αδύνατη, εις το χάνι της Γραβιάς, κ’ εκείνους οπού λυώσανε τόση Τουρκιά και πασσάδες εις τα Βασιλικά, κ’ εκείνους οπού αγωνίστηκαν σαν λιοντάρια εις την Λαγκάδα του Μακρυνόρου, οπού πολεμήθηκαν συνχρόνως σε αυτές τις δυο θέσες, οπού ’ναι τα κλειδιά σου, ένα η Πόρτα του Μακρυνόρου και τ’ άλλο των Θερμοπύλων. Κι’ αφού πήγανε κι’ από τα δυο μέρη ν’ ανοίξουνε δρόμο οι Tούρκοι, εκείνοι οι αθάνατοι τόσοι ολίγοι, (ογδοήντα ένας εις την Λαγκάδα) γιόμωσαν τον τόπον κόκκαλα εκεί. Και τους καταδιάλυσαν εκείνοι οι ολίγοι ’σ τ’ άλλο το μέρος των Θερμοπύλων κι’ αλλού. Αυτείνοι σε ανάστησαν και δεν μπήκε δύναμη και ζαϊρέδες και πολεμοφόδια, αυτείνοι ψύχωσαν εκείνους οπού πολιορκούσαν τους ντόπιους Tούρκους και φρουρές. Και νηστικούς κι’ αδύνατους τους περιλάβαν και τους σφάξαν σαν τραγιά. Και τέλος πάντων, πατρίδα, αυτείνοι κατατρέχονται από τους Εκλαμπρότατους, από τους Εξοχώτατους, από τον Κυβερνήτη σου κι’ αδελφούς του. Ο Αγουστίνος κι’ ο Βιάρος αυτείνων των σκοτωμένων τις γυναίκες και κορίτζα κυνηγούν. Αυτούς τους αγωνιστάς κατατρέχουν και τους λένε να πάνε να διακονέψουν: «Ποιος σας είπε, τους λένε, να σηκώσετε άρματα να δυστυχήσετε;» Έχουνε δίκαιον, ότι ο Ζαΐμης χρώσταγε των Tούρκων ένα μιλιούνι γρόσια, και οι Ντεληγιανναίγοι και οι Λονταίγοι και οι άλλοι, κι’ ο Μεταξάς, κόντες της πιάτζας, χωρίς παρά, κι’ ο Κωλέτης ένας γιατρός, ο Μαυροκορδάτος τζιράκι της Κωσταντινοπόλεως. Τους φκειάσαν αυτείνοι οι διακονιαραίγοι, οι αγωνισταί, Εκλαμπρότατους, τους λευτέρωσαν από τους Tούρκους κι’ από τα χρέη, οπού χρώσταγαν των Tούρκων, κ’ έγιναν τώρα μεγάλοι και τρανοί. Γύμνωσαν και τους Tούρκους, παίρνοντας το βιον τους, και το έθνος το γύμνωσαν και το αφάνισαν, γιόμωσαν φατρίες και κακίες τους ανθρώπους του αγώνος. Τους καταδιαιρούν – γιομόζουν αυτείνοι αγαθά. Και οι Κολοκοτρωναίγοι οι φίλοι τους τα καλύτερα υποστατικά και πλούτη της πατρίδος. Έμειναν οι αγωνισταί διακονιαραίοι, τους κατατρέχει ο Κυβερνήτης μας κι’ ο Αγουστίνος κι’ ο Βιάρος, καταφρονούν όλους αυτούς και βαθμολογούνε πολλούς, οπού ’παιζαν το μπιλλιάρδο μέσα τους καφφενέδες και τώρα είναι σπιγούνοι του Κυβερνήτη και των αλλουνών.

    Αυτείνοι βαθμολογώνται, αυτείνοι πλερώνονται βαρυούς μιστούς. Οι αγωνισταί δυστυχούν. Των σκοτωμένων τις φαμελιές όποια είναι νέα την θέλει ο τάδε, σα να λέμε ο Βελήπασσας, ο Μουχτάρπασσας, ότι δεν έχει η φτωχή να φάγη. Λευτερώθηκαν κάμποσες σκλάβες Μισολογγίτισσες κι’ από άλλα μέρη (τις λευτέρωσαν οι φιλάνθρωποι) και διακονεύουν εδώ εις τ’ Άργος και εις τ’ Αναπλιού τους δρόμους. Των αγωνιστών οι άνθρωποι διακονεύουν και γυρεύουν να πάνε πίσου εις τους Tούρκους. Τους είχανε αυτείνοι σκλάβους, τους ντύνανε, τους συγυρίζανε και τρώγαν. Εις την πατρίδα τους ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν. Από όλα αυτά, καϊμένη πατρίδα, δεν θα σωθούνε τα δεινά σου, ότι σιδερώνουν την αρετή εκείνοι οπού σε κυβερνούσαν και σε κυβερνούν, και τώρα κατατρέχουν το δίκαιον και την αλήθειαν και με ψέματα θέλουν και με σπιγούνους να σε λευτερώσουνε, μήτε τώρα είσαι καλά, μήτε δια τα μέλλοντά σου, με τους ανθρώπους οπού σε τριγυρίζουν, πολιτικούς, σπιγούνους και τοιούτους αξιωματικούς.

    Συχωράτε με, αναγνώστες, οπού ’φυγα από το προκείμενον. Μη στοχάζεστε ότ’ είμαι ή γόητας, είτε φαντασμένος, είτε εγώ αδικημένος. Λυπούμαι και γράφω αυτά ότι ήτανε πέντε αδέλφια κ’ έμεινε ένας μόνον από το ντουφέκι, και οι άνθρωποί τους ήτανε τόσον καιρόν σκλαβωμένοι και σώθη μία γυναίκα μόνον κι’ αυτείνη πείναγε, κ’ εκείνοι οπού τους ζήταγε ψωμί θέλαν να κάμουν το κέφι τους να της δώσουνε να φάγη. Κι’ αυτό κι’ άλλα πολλά τοιούτα μ’ έκαμαν να βγω από το προκείμενον. Ότι τα τοιούτα δεν λευτερώνουν πατρίδα, την χάνουν, κ’ έχω σκοπόν να ζήσω κ’ εγώ σ’ αυτείνη την πατρίδα. Ότι έχω τόση αδύνατη φαμελιά και δεν ’πιτηδεύομαι να κολακεύω τους δυνατούς. Και είμαι δυστυχής, και κλαίγω και την δυστυχισμένη μου πατρίδα, οπού δι’ αυτείνη χύσαμε το αίμα μας αδίκως.

    Τρώγαμε, πίναμε, χορεύαμε. Ο κόσμος κουβάλαγαν και μας κέρναγαν και πίναμε κάμποσες ημέρες. Ήρθε πίσου ο φραγκοκαταραμένος άρχισαν να κουβεντιάζουν πάλε τα κρυφά οι τρεις τους, φύγαμε από το χωριόν και πήγαμε σε κάτι στάνες. Εκεί ήταν ησυχία περισσότερη δια μυστικά. Αφού κουβέντιαζαν κρυφά από ’μένα τόσον καιρό, μου κακοφάνη πολύ. Τότε του λέγω του Γκούρα: «Θα πάρω τους ανθρώπους μου να πάγω εις τ’ ορδί, ότ’ είναι μοναχοί οι άνθρωποι και οι Tούρκοι μας ήρθε άνθρωπος και μας είπε ότι έρχονται ολοένα κ’ ετοιμάζονται να μπούνε μέσα και θα σκλαβώσουνε τον κόσμον, κ’ εμείς τρώμε τα πράματά τους και στέκονται ολόρθοι και μας κερνάνε». Δεν μ’ άφησε να φύγω. Άρχισαν να μου φανερώσουν το μυστικόν ο Γκούρας κι’ ο Κομνάς (ο Φράγκος είχε φύγη). Μου λέγει ο Γκούρας: «Η Δίοικηση θέλει να με κάμη χιλίαρχον κι’ αρχηγόν της Λιβαδειάς εις το ποδάρι του Δυσσέα, φτάνει να σκοτώσω τον Δυσσέα. Και είναι εις τον Άγιον Λουκά ο Δυσσέας κλεισμένος και εις την Αράχωβα είναι ο Λάππας ο Λιβαδίτης, ο Τριανταφυλλίνας κι’ άλλοι Λιβαδίτες και χωργιάτες, ως χίλιοι άνθρωποι θα μαζωχτούν, και να πάμε κ’ εμείς να τους πάρωμε να πάμε να τον βαρέσουμε. Και το είχαμε μυστικό από σένα να μη μας κάμης αντενέργειαν και δεν θελήσης να μας ακολουθήσης». Τους είπα: «Εγώ είμαι μικρός άνθρωπος ομπρός στους δυο εσάς, ούτε το καλό μου ωφελεί, ούτε το κακό μου ζημιώνει. Αν μου το λέτε να πάμε να το κάμωμε, να πάμε, αν είναι να δώσω και γνώμη και δεν σας βαρύνη, να δώσω, αν έχω την άδειά σας». Μου λένε και οι δυο: «Εχεις γνώμη, ότ’ είσαι αδελφός μας και σ’ τα καλά, είσαι σύντροφος και εις τα κακά. – Αν είμαι σύντροφος λοιπόν, θα δώσω την ταπεινή μου γνώμη, έχω δικαίωμα. Αν πάρης εσύ, Γκούρα, την αρχηγία της Λιβαδειάς, έχω κ’ εγώ το μερίδιόν μου ή όχι; – Πρώτος είμ’ εγώ, λέγει ο Γκούρας, δεύτερος ο Κομνάς κ’ εσύ. – Ο σύντροφος ο τίμιος πότε είναι τίμιος; Όταν λέγη την αλήθεια του φίλου του κι’ ας χάνη το νιτερέσιον του, ή όταν τράγη το νιτερέσιον κι’ ας χαθή ο φίλος του κι’ ας διατιμηθή κι’ ας κιντυνέψη; – Όχι, λέγει ο Γκούρας, ο πιστός σύντροφος πρέπει να λέγη την αλήθεια κι’ ό,τι θα του συβούν ύστερα ας του συβούν. – Η καϊμένη η πατρίδα αμαρτίες οπού ’χε και γύρευε να την λευτερώσουμε εμείς οι ανθρωποφάγοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί! Κ’ έχομε αρετή να λευτερώσουμε πατρίδα εμείς κι’ αυτείνοι οπού μας κυβερνούν; Τώρα έβαλαν τον Δυσσέα σκότωσε τον Αλέξη Νούτζο, τον σεβάσμιον άρχοντα. Πόσο ψυχώνει η Τουρκιά μ’ αυτό, πόσο αδυνατίζομε εμείς! Το ίδιον και τον Παλάσκα. Δεν είναι αληθινό οπού τον έβαλαν, τον Δυσσέα, αυτείνοι και τους σκότωσε; Τους έστειλαν δυο ξένους μέσα εις το σπίτι του, ’στον τόπο του τον πατρικόν, και τον φορτώθηκαν αυτόν και τους ανθρώπους του. Ποιον άλλον καπετάνιον πείραξαν; Τον Πανουργιά, τον Καλτζοδήμο, άλλον κανένα; Μόνον τον Δυσσέα. Και σαν σκοτώσουν αυτόν, ύστερα εσάς, κ’ εμάς μας σκοτώνουν με τα πράσα, όχι με ντουφέκια και σπαθιά. Τι έκαμε ο Δυσσέας; Ότι πήγε να σκοτώση Tούρκους ήθελαν να χάσουνε αυτόν κι’ όλο του το στράτεμα. Τι να ’κανε; γύρεψε να παρατηθή, τον βάσταξαν οι κάτοικοι και τ’ ασκέρι. Ήρθαν αυτείνοι, τους σκότωσε. Κακό είναι μεγάλο. Τώρα βαίνουν εσένα να σκοτώσης τον Δυσσέα, αύριον θα βάνουν εμένα, σκοτώνω εσένα. Και να το καρτερής! Κ’ έτζι θα μας φάνε όλους. Λες να πάμε να βαρέσουμε τον Δυσσέα, αμμ’ εκείνος είναι αδύνατος, οπού ’χει τόσους ανθρώπους και βαστάει θέσιν δυνατή; Να πιάσουμε το ντουφέκι, ούτε εκείνος θα κάμη τίποτα εμάς, ούτε εμείς εκείνου. Θα μπούνε μονάχα οι Tούρκοι μέσα και θα κυργέψουν την πατρίδα κ’ εμείς θα πολεμούμε, και θα μας πιάσουνε οι κάτοικοι να μας δώσουνε των Tούρκων να μας κόψουν το κεφάλι. Κι’ ο Λάππας κι’ ο Μήτρο Τρανταφυλλίνας οι Λιβαδίτες, οπού ’ναι αναντίον του Δυσσέα ’στην Αράχωβα, προσκυνούν τους Tούρκους κ’ ησυχάζουν, και θα μας πιάσουνε κ’ εμάς να μας δώσουνε των Tούρκων. Ή ο Δυσσέας, αν τον στενέψωμε, πάγει με τους Tούρκους. Καρτεράτε τότε λευτεριά της πατρίδος, και να μείνωμε και ζωντανοί. Κλαίγει ο Κωλέτης και οι άλλοι κυβερνήται μας τον χαμόν του Αλέξη και Παλάσκα σαν την φώκια, οπού κλαίγει τον πνιμένον όσο οπού σαπίζει, και κάθεται και τον τρώγει. Έτζι θα φάνε κ’ εμάς τους δυστυχείς. Σε συβουλεύω, αδελφέ Γκούρα, να πας ν’ ανταμωθής με τον Δυσσέο και ν’ αδελφωθής και να πάμε εις τα πόστα μας, ότι θα μπούνε οι Tούρκοι αντουφέκηγοι και θα δώσουμε λόγον δι’ αυτό εις τον Θεόν και ’στους ανθρώπους. Κι’ όταν υπάρξη η πατρίς, δεν σου χρειάζονται αρματωλίκια, παίρνεις τις τιμές της πατρίδος, βαθμούς και δόξες, καθώς γίνεται και ’σ τ’ άλλα τα έθνη, οπού τιμούν και δοξάζουν τους άξιους και τίμιους αξιωματικούς τους. Κι’ αυτά τα καπεντανλίκια ήταν κλέφτικα πράματα, όταν ήταν οι Tούρκοι ’στην πατρίδα μας αφεντάδες. Εμείς όμως παιδευόμαστε δια λευτεριά και δι’ αυτό μας κερνούν ολόρθοι οι κάτοικοι κ’ έχουν τις ελπίδες τους ’σ εμάς, και μας πλερώνουν και μας ταγίζουνε, και τους βάνομε ομπρός εις τον πόλεμον και σκοτώνονται αυτείνοι και δοξαζόμαστε εμείς (…)»

  2. carlito
    26/10/2009 στο 11:32

    Και επειδή ειπώθηκε από σχολιαστή κάτι για «αυτομαστίγωμα», θεωρώ ότι το να γνωρίζει ένα υποκείμενο τα σφάλματά του και τις ψευδαισθήσεις του δεν συνιστά αυτομαστίγωμα, ούτε κατ’ ανάγκην συντελεί στην αποδυνάμωσή του, αλλά αντίθετα μπορεί (και συχνά είναι ο μόνος δρόμος ώστε) να επιτείνει τις ζωτικές του δυνάμεις, καθώς η γνώση των δικού του σφαλμάτων ανοίγει το οπτικό του πεδίο και διευρύνει τις προοπτικές του.

  3. bfo
    01/11/2009 στο 13:00

    Πρέπει να είναι παγκόσμια πρωτοτυπία να κατηγορούμε τους αγωνιστές μιας χώρας, οι οποίοι και την απελευθέρωσαν, για το ότι θέλουν την αποκατάσταση τους και όχι να μπουν στο περιθώριο και να έρθουν οι «απέξω σωτήρες».

    Δηλαδή, κατά τους θεωρητικαληταράδες μας, ήταν σωστό που πλάκωσαν οι «απόξω», οι «σπουδαγμένοι» (και παρφουμαρισμένοι), οι λακέδες και συνεργάτες διαφόρων κρατών, και ανέλαβαν την εξουσία. Προς θεού, όχι οι αγγράματοι αγωνιστές έλληνες, που δεν ήταν για αυτά.

    Το ότι ιστορικά οι αρχηγοί και ο στρατιώτες του ’21 πήραν τον πούλο από το Κράτος (φυλακίσεις, περιθώριο, φτώχεια), και οτι ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ―και η βαβαυροκρατία, η καμαρίλα, οι ξένοι δάκτυλοι― οδήγησε στην σημερινή κακοδαιμονία του Ελληνικού Κράτους, επίσης το αγνοούμε ή το κρύβουμε επιμελώς για να υπερασπίσουμε το ηλίθιο ιδεολόγημα του Κακλαμάνη.

    Λες και τελικά ήταν στα πράγματα ο Μακρυγιάννης δηλαδή, και φταίει αυτός. Τα απομνημονεύματα του οποίου, δε, ήρθαν στο προσκήνιο καμμία 40 χρόνια από το θάνατό του και όσο για το αν αποτελούν την ιδεολογία του ελληνικού κράτους ―ποιού κράτους, του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, ή του ΣΥΡΙΖΑ;―, ε, λίγο έλεος για την εγκεφαλοκρυπίδα μας…

    Όσο για τις παπαριές περί «καλοπροαίρετης ξένης χώρας», έλεος, κε. Κοροβίνη. Ιστορία έχει διαβάσει ο άνθρωπος;

  1. No trackbacks yet.
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.
Αρέσει σε %d bloggers: