Αρχείο

Archive for 09/03/2010

«Μυγιάγγιχτος εθνικισμός»

Ποιος νεοέλληνας διανοούμενος έγραψε τα παρακάτω; [με αλφαβητική σειρά βάσει του επωνύμου]

Ενημέρωση: Μην μπείτε στον κόπο να απαντήσετε. Η ange-ta [βλ. σχόλια] εντόπισε απόσπασμα του κειμένου στον γκούγκλη [στον οποίο δεν είχα σκεφτεί να ψάξω]. Φυσικά, και άλλοι «μάντεψαν» σωστά το όνομα του συγγραφέα. Ψήφισαν τέσσερις φίλοι, οι τρεις το σωστό, ο τέταρτος  -με περισσή δόση χιούμορ- ψήφισε Γ. Βέλτσο!

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία), β’ έκδοση, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1995. Το πρωτότυπο είχε εκδοθεί στη Γερμανία γραμμένο στα γερμανικά το 1991. Ο Π. Κονδύλης προσέθεσε στην ελληνική μετάφραση την Εισαγωγή [«Η καχεξία του αστικού στοιχείου στην νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία»], απ’ όπου και το απόσπασμα που ακολουθεί (σελ. 44-45). Η Εισαγωγή αυτή, κάπου 40 σελίδες παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον -το απόσπασμα δεν είναι από τα πιο ενδιαφέροντα- οπότε αν βρείτε κάπου το βιβλίο διαβάστε το. Αξίζει τον κόπο. Δεν χρειάζεται καν να το ψάξετε: το βιβλίο του Π. Κονδύλη υπάρχει ολόκληρο σε ηλεκτρονική μορφή [ευχαριστίες στο Εργαστήριο Ερευνών Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων] και μπορείτε να το κατεβάσετε σε pdf. Επειδή το αντίτυπο που έχω είναι της β΄ έκδοσης [1995], να διευκρινήσω ότι η πρώτη έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά έγινε το 1991, άρα και η Εισαγωγή γράφτηκε τότε, πριν από είκοσι, δηλαδή, χρόνια.

Περισσότερα -πολύ περισσότερα!- για τον Παναγιώτη Κονδύλη και το έργο του στο ιστολόγιο Π. Κονδύλης (P. Kondylis), όπου εντόπισα και το link για το βιβλίο του.

Πλατειές μάζες, που για πρώτη φορά στην ιστορία τους τόπου τους «λάδωσαν τ’ άντερό τους» και επί πλέον απέκτησαν και τη μεθυστική συναίσθηση του κυρίαρχου και εκλεπτυσμένου καταναλωτή, θα αρνούνται πάντα να τη συνειδητοποιήσουν [σ.σ. «την άτεγκτη οικονομική αλήθεια ότι ο δρόμος της ανάπτυξης είναι ο δρόμος της συσσώρευσης, της εντατικής εργασίας και της προσωρινής τουλάχιστον (μερικής) στέρησης»], όπως επίσης θα αρνούνται να την ξεστομίσουν και να την κάμουν γνώμονα των πράξεών τους κόμματα, των οποίων πρώτη έγνοια ήταν, είναι και θα είναι η νομή της εξουσίας προς όφελος των φιλόδοξων και αυτάρεσκων στελεχών τους· ιδιαίτερα ιλαροτραγική από την άποψη αυτήν παρουσιάζεται η θέση της «αριστεράς», η οποία, όντας οιονεί καταδικασμένη να υπερασπίζει τα «λαϊκά» αιτήματα, υποχρεώνεται να γίνει σημαιοφόρος κάθε καταναλωτικής απαίτησης, αρκεί όποιος την προβάλλει ν ααυτοτιτλοφορείται «λαός» – υποχρεώνεται δηλαδή εξ αντικειμένου να προωθεί την εκποίηση της χώρας, αρκεί ο «λαός» να ζητή την εκποίηση αυτήν.

Υπάρχει ωστόσο κι ένας ακόμη λόγος, για τον οποίο μια τόσο απλή αλήθεια θάβεται πεισματικά κάτω από μύριες όσες εκλογικευτικές επινοήσεις. Ένας λαός, ο οποίος κάτω από την πολύχρονη και βαθειά επιρροή των ελληνοκεντρικών αερολογιών έχει μάθει να θεωρεί τον εαυτό του ως γένος περιούσιο και ως άλας της γης, αρνείται να βάλει με τον νου του ότι μπορεί να κάνει ο ίδιος κάτι τόσο εξευτελιστικό όπως το να ξεπουλάει τον τόπο του για να καταναλώσει περισσότερο.

Έτσι δημιουργήθηκε μια ψυχολογική στάση που ελάχιστα διαφέρει από τη συλλογική σχιζοφρένεια. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι σημερινοί Έλληνες με την καθημερινή τους πράξη κάνουν ό,τι μπορούν για να προσαρμοστούν κατά το δυνατόν γρηγορότερα και καλύτερα στις συνθήκες της παρασιτικής κατανάλωσης (και αυτή περιλαμβάνει οποιαδήποτε δραστηριότητα έχει ως τελική της συνέπεια τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε όσα παράγονται και όσα καταναλώνονται), ενώ ταυτόχρονα παραμένουν ιδεολογικά προσκολλημένοι σ’ έναν μυγιάγγιχτο εθνικισμό, ο οποίος κάνει ακόμα και όσους δουλεύουν άμεσα για λογαριασμό των ξένων ή αποζούν έμμεσα απ’ αυτούς να καταφέρονται φραστικά εναντίον τους. Ωστόσο είναι κάτι παραπάνω από αμφίβολο, αν οι ίδιοι θα ήσαν πρόθυμοι να επωμισθούν τις πρακτικές συνέπειες αυτού του εθνικισμού σ’ ό,τι αφορά την απόδοση της εργασίας και το ύψος της κατανάλωσης. Η ίδια σχιζοφρένεια διέπει και τη συμπεριφορά των κομμάτων, τα οποία πλειοδοτούν σε εθνικιστική ρητορεία την ίδια στιγμή που εκποιούν τον κρατικό μηχανισμό και το κράτος γενικότερα για να ικανοποιήσουν τις καταναλωτικές απαιτήσεις των ψηφοφόρων τους.

Τα παραπάνω δεν αποτελούν ούτε σάτιρα ούτε καταγγελία, αλλά την περιγραφή της ιστορικής, κοινωνικής και ψυχολογικής κατακλείδας των διαδικασιών που έθεσε σε κίνηση η λειτουργία του κοινοβουλευτικού παιγνιδιού και της πελατειακής πολιτικής μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες του νεοελληνικού κράτους και έθνους.

Η σημερινή περιφανής κρίση δεν εντοπίζεται μόνο στο γεγονός ότι η κομματική εκποίηση του κρατικού μηχανισμού, μολονότι πέρασε στο στάδιο της διαρκούς εκποίησης της χώρας, ξεπέρασε πια τα όρια της οικονομικής αντοχής, ότι δηλαδή η πελατειακή πολιτική προχώρησε ως την αυτοκαταστροφή της και είναι υποχρεωμένη να βάλει η ίδια όρια στον εαυτό της προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να συνεχισθεί μελλοντικά.

Επί πλέον η κρίση αγκαλιάζει τα θεμελιώδη ιδεολογήματα, πάνω στα οποία στήριξε το έθνος την αυτοσυνειδησία του, και προ παντός το ιδεολόγημα του ελληνοκεντρισμού. Η ελληνοχριστιανική εκδοχή του ελληνοκεντρισμού βρήκε την τελευταία συστηματική της πολιτική χρήση ως το ιδεολογικό όπλο του αντικομμουνιστικού στρατοπέδου στην εποχή του εμφυλίου πολέμου, αλλά και κατόπιν, όταν δηλαδή η χώρα ζούσε κάτω από τις συνέπειες του εμφυλίου πολέμου, μια από τις οποίες σε έσχατη ανάλυση ήταν και η δικτατορία.

[Η παραγραφοποίηση και οι υπογραμμίσεις δικές μου.]

Επειδή διαβάζω διάφορες φαιδρότητες, εν είδει βαθυστόχαστων αναλύσεων, που εξαπλώνονται εσχάτως «σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά» στα ελληνικά μέσα, έντυπα και ηλεκτρονικά, σχετικά με «το τέλος της μεταπολίτευσης» ή «τον εκπασοκισμό της Νέας Δημοκρατίας», μια-δυο παρατηρήσεις μόνον.

Ο εκπασοκισμός της ελληνικής πολιτικής σκηνής και εν γένει της ελληνικής κοινωνίας μετά το 1981, δεν αποτελεί παρά το ανώτατο στάδιο αυτού που αποκαλώ «μακρυγιαννισμό-παλαμηδισμό», και ο παραπάνω συγγραφέας αποκαλεί «κοινοβουλευτικό παιγνίδι και πελατειακή πολιτική». Σ’ άλλο σημείο του έργου του, ο ίδιος συγγραφέας μιλά για «πρόωρη εισαγωγή του κοινοβουλευτισμού» στην Ελλάδα, κάτι που είχε ως συνέπεια τα κόμματα να θεωρούν ως «έπαθλο» [που έλεγε κι ο Ροΐδης] την «κατάκτηση» του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος χρησιμοποιούνταν πάντοτε όχι για την εξυπηρέτηση του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, αλλά για την εξυπηρέτηση «των ημετέρων» [πελατειακές σχέσεις κ.ο.κ.].

Ο εκπασοκισμός της ελληνικής κοινωνίας υπήρξε μια «τομή μέσα στη συνέχεια» του μακρυγιαννισμού-παλαμηδισμού. Ο μετεμφυλιακός [αλλά και σ’ όλη του την πορεία, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο] μακρυγιαννισμός-παλαμηδισμός περιοριζόταν αυστηρά και  μόνον στις πελατειακές σχέσεις Δεξιάς-κράτους-«εθνικοφρόνων πολιτών», ενώ σε ιδεολογικό-πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο, επικρατούσε η πλήρης καταστολή.

Το ΠΑΣΟΚ μετά το 1981, υπέγραψε ένα «νέο κοινωνικό συμβόλαιο» με τον «λαό», οι βασικοί όροι του οποίου ήταν οι εξής: εμείς [το ΠΑΣΟΚ] είμαστε στην κυβέρνηση [και διαχειριζόμαστε τα του κράτους], εσείς [ο «λαός»] αρκεί να μας ψηφίζετε για να συνεχίζουμε να ελέγχουμε το κράτος, εμείς δεν διαταράσσουμε σε καμία περίπτωση τις πελατειακές σχέσεις κόμματος-κράτους-λαού, και εσείς είστε ελεύθεροι σε ιδεολογικό-πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο να «κάνετε ό,τι θέλετε». «Ο λαός στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση», ήταν ένα από τα συνθήματα της εποχής. Εσείς, ως «λαός», κάνετε ό,τι θέλετε, αρκεί να «επιτρέπετε» [ψηφίζετε] σ’ εμάς να είμαστε κυβέρνηση και να ελέγχουμε το κράτος.

Και τα λοιπά, και τα λοιπά…

Συνεπώς, για μένα είναι σαφές ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα «τέλους της μεταπολίτευσης» αλλά ούτε και ζήτημα «ξε-εκπασοκισμού της Νέας Δημοκρατίας», για τον πολύ απλό λόγο ότι η «επιστροφή» στο προ-μεταπολιτευτικό καθεστώς είναι αδύνατη [αφού το καθεστώς εκείνο ήταν μια πιο light και brutal εκδοχή του πασοκισμού, και αφού το «νέο κοινωνικό συμβόλαιο» έχει ταιριάξει «γάντι» με τον νεοελληνικό λαό].

Ωστόσο, κάτι  «τελειώνει» σ’ αυτό τον τόπο και σ’ αυτή την εποχή, αλλά τι;

Θεωρώ πως όλοι μας αντιλαμβανόμαστε πλέον ότι η συγκεκριμένη δομή του νεοελληνικού κράτους και η συγκεκριμένη δομή της νεοελληνικής ιδεολογίας έχουν πια αγγίξει τα ιστορικά τους όρια.

Ως εδώ ήταν λοιπόν το «λαδάκι στο καντηλάκι» του νεοελληνισμού.

Ή θα πάμε παρακάτω – ή δεν υπάρχει παρακάτω.

Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι να «προτείνεις λύσεις». Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι να περιγράψεις το πρόβλημα. Και σ’ αυτό το ζήτημα «μαύρη ειν’ η νύχτα στα βουνά» της νεοελληνικής πολιτικής σκέψης…

Advertisements